Η εγκράτεια συχνά παρεξηγείται ως μια σκληρή, ατομική προσπάθεια καταπίεσης των επιθυμιών ή ακόμη και ως περιφρόνηση του σώματος και του κόσμου. Στην ορθόδοξη παράδοση, ωστόσο, είναι κάτι πολύ βαθύτερο: καρπός του Αγίου Πνεύματος, δώρο και συνέργεια, και ταυτόχρονα ελευθερία από την τυραννία της ανάγκης. Δεν στοχεύει στην άρνηση της δημιουργίας, αλλά στην αποκατάσταση της σωστής σχέσης με αυτήν. Η Εκκλησία το διδάσκει με συνέπεια και μάλιστα καταδίκασε συνοδικά κάθε μορφή ψευδοάσκησης που πηγάζει από περιφρόνηση του έργου του Θεού.
Ο καρπός του Πνεύματος και η αλυσίδα των αρετών
Στην προς Γαλάτας επιστολή, ο Απόστολος Παύλος απαριθμεί τον καρπό του Πνεύματος: «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πραΰτης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5,22-23). Η εγκράτεια βρίσκεται στην τελευταία, ένατη θέση. Δεν είναι, επομένως, η αφετηρία της πνευματικής ζωής, αλλά η στέψη της. Προϋποθέτει την αγάπη, την ειρήνη και την πραότητα, και δεν μπορεί να νοηθεί ως ανθρώπινη βία κατά του εαυτού. Είναι δώρο που καλλιεργείται με τη συνέργεια του ανθρώπου.
Την ίδια προοπτική δίνει ο Απόστολος Πέτρος: στη δεύτερη επιστολή του, η αλυσίδα των αρετών ξεκινά από την πίστη και καταλήγει στην αγάπη, με την εγκράτεια στην τέταρτη θέση, μετά τη γνώση και πριν από την υπομονή (Β΄ Πέτρ. 1,5-7). Η εγκράτεια δηλαδή είναι προϋπόθεση της υπομονής: χωρίς αυτήν, ο άνθρωπος δεν μπορεί να σταθεί όρθιος στις δυσκολίες. Δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά μέσο για την πορεία προς την αγάπη.
Η αθλητική εικόνα: πειθαρχία, όχι τιμωρία
Ο Παύλος χρησιμοποιεί ρητά την εικόνα του αθλητή: «πᾶς ὁ ἀγωνιζόμενος πάντα ἐγκρατεύεται… ὑπωπιάζω μου τὸ σῶμα» (Α΄ Κορ. 9,24-27). Ο αθλητής δεν μισεί το σώμα του· το γυμνάζει, το πειθαρχεί, το φροντίζει για να επιτύχει τον στόχο. Έτσι και η εγκράτεια: δεν είναι τιμωρία του σώματος, αλλά πειθαρχία προπονήσεως. Ο ίδιος ο Παύλος δεν αντιμετωπίζει το σώμα ως εχθρό, αλλά ως συνεργό που πρέπει να υποταχθεί στο πνεύμα για να κερδηθεί το βραβείο της κλήσεως του Θεού.
Η θεολογική θεμελίωση: ούτε μανιχαϊσμός ούτε ασυδοσία
Η εγκράτεια κινείται ανάμεσα σε δύο άκρα. Από τη μία, η ύλη δεν είναι κακή· είναι δημιούργημα του Θεού, και γι’ αυτό η εγκράτεια δεν είναι μανιχαϊκή απόρριψη του σώματος ή της τροφής. Από την άλλη, η ασυδοσία δεν είναι ελευθερία· είναι δουλεία στα πάθη. Ο Απόστολος Παύλος προειδοποιεί για εκείνους που «κωλυόντων γαμεῖν, ἀπέχεσθαι βρωμάτων» (Α΄ Τιμ. 4,1-5) και χαρακτηρίζει τη διδασκαλία αυτή ως πλάνη. Ο Θεός έδωσε όλα τα αγαθά για να τα χρησιμοποιούμε με ευχαριστία.
Η συνοδική καταδίκη της ψευδοάσκησης
Η πίστη αυτή δεν έμεινε θεωρητική. Γύρω στο 340, η Σύνοδος της Γάγγρας καταδίκασε τους οπαδούς του Ευσταθίου Σεβαστείας, τους λεγόμενους Ευσταθιανούς. Αυτοί απέρριπταν τον γάμο, ακύρωναν τα μυστήρια των εγγάμων κληρικών, προέτρεπαν δούλους να εγκαταλείπουν τους αφέντες τους, οργάνωναν παράλληλες συνάξεις, επέβαλλαν στις γυναίκες ανδρική εμφάνιση από ψευδοάσκηση και νήστευαν την Κυριακή από υπερηφάνεια. Όλα αυτά δεν ήταν άσκηση αγάπης, αλλά περιφρόνηση της δημιουργίας και της Εκκλησίας. Η καταδίκη τους δείχνει ότι η Εκκλησία δεν ανέχεται την άσκηση που πηγάζει από περιφρόνηση του έργου του Θεού.
Στο ίδιο πνεύμα, οι ιεροί κανόνες διατυπώνουν περιφραστικά τη θέση ότι καθαιρείται ή αφορίζεται όποιος απέχει από γάμο, κρέας ή οίνο από αποστροφή προς την ύλη και όχι από άσκηση. Δεν καταδικάζεται η νηστεία ή η εγκράτεια αυτή καθαυτή, αλλά η πηγή της: όταν γίνεται από υπερηφάνεια ή από θεώρηση της ύλης ως μιαρής.
Η έκταση της εγκράτειας και η διάκριση ως πυξίδα
Η εγκράτεια δεν περιορίζεται στη νηστεία ή τη σωφροσύνη. Επεκτείνεται στη γλώσσα, στον θυμό, στην όραση, στις κτήσεις, στον ύπνο, στον χρόνο και σήμερα και στην ψηφιακή κατανάλωση. Ο άνθρωπος καλείται να πειθαρχήσει κάθε όρεξη που τον υποδουλώνει. Όμως η υπερβολή είναι και αυτή πάθος. Ο Μέγας Βασίλειος στους «Ὅρους κατὰ πλάτος» και στις ομιλίες «Περὶ νηστείας» τονίζει ότι η άσκηση πρέπει να γίνεται με μέτρο και διάκριση. Το ίδιο υποδηλώνουν με παράφραση ο Ισαάκ ο Σύρος, ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: η υπερβολική άσκηση που γεννιέται από υπερηφάνεια βλάπτει, δεν βοηθά. Η διάκριση είναι η πυξίδα, και το «μέτρον ἄριστον» ισχύει και εδώ.
Ο Ιωάννης της Κλίμακος αφιερώνει τον δέκατο τέταρτο λόγο του, «Περὶ τῆς παμφίλου καὶ δεσποίνης πονηρᾶς γαστρός», στην καταπολέμηση της λαιμαργίας. Ο τίτλος δεν υποτιμά το σώμα, αλλά στηλιτεύει την κυριαρχία της λαιμαργίας, η οποία υποδουλώνει τον άνθρωπο. Η εγκράτεια, λοιπόν, δεν έχει στόχο να εξοντώσει το σώμα, αλλά να το ελευθερώσει από την τυραννία της ανάγκης.
Η εγκράτεια στον γάμο και στην κοινότητα
Η εγκράτεια δεν είναι ατομική υπόθεση ούτε επιβάλλεται. Στον γάμο, ο Παύλος ζητά την προσωρινή εγκράτεια «ἐκ συμφώνου πρὸς καιρόν» (Α΄ Κορ. 7,5), δηλαδή με τη συναίνεση και των δύο συζύγων και για ορισμένο χρόνο. Δεν επιτρέπεται ο ένας να επιβάλλει στον άλλο την άσκηση. Αντίστοιχα, η εγκράτεια δεν δικαιολογεί παράλληλες συνάξεις ή ακύρωση των μυστηρίων των εγγάμων κληρικών. Η Εκκλησία είναι σώμα Χριστού, όπου όλα τα μέλη ασκούνται με αγάπη και ενότητα. Η νηστεία της Κυριακής, εξάλλου, απορρίπτεται όταν γίνεται από υπερηφάνεια, διότι η Κυριακή είναι ημέρα της Αναστάσεως, ημέρα χαράς.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Η εγκράτεια είναι, τελικά, ελευθερία. Ελευθερία να αγαπά κανείς χωρίς να τον κυριεύουν τα πάθη, να χρησιμοποιεί την κτίση με ευχαριστία και όχι με δουλικότητα, να προσεύχεται χωρίς περισπασμούς. Δεν είναι περιφρόνηση της ύλης, αλλά αποκατάσταση της σωστής ιεραρχίας: ο Θεός πρώτος, ο άνθρωπος ελεύθερος, ο κόσμος δώρο. Όποιος ασκείται με ταπείνωση και διάκριση δεν βλέπει το σώμα ως εχθρό, αλλά ως συνεργό στην πορεία προς τη Βασιλεία. Αυτή την εγκράτεια ευλογεί η Εκκλησία· εκείνη που γεννιέται από υπερηφάνεια και περιφρόνηση της δημιουργίας την καταδικάζει, για να μην κλέψει από τον άνθρωπο την αληθινή ελευθερία.