Ο σάκκος είναι το χαρακτηριστικό λειτουργικό ένδυμα των επισκόπων στην ορθόδοξη παράδοση. Πρόκειται για ένα κοντό, ευρύχωρο ένδυμα με μικρά μανίκια, πλούσια διακοσμημένο με χρυσοκέντητα μοτίβα ή υφασμένο με βαρύτιμα υφάσματα. Φοριέται πάνω από τα υπόλοιπα ιερατικά ενδύματα.

Ιστορική προέλευση

Στους πρώτους αιώνες, οι επίσκοποι λειτουργούσαν με το φελόνιο, όπως οι πρεσβύτεροι. Ο σάκκος προέρχεται από την αυτοκρατορική αυλή της Κωνσταντινουπόλεως: ήταν ένδυμα του βασιλέα. Από τον 12ο αιώνα παραχωρείται κατ’ αρχάς στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, και σταδιακά γενικεύεται στους Πατριάρχες και αργότερα σε όλους τους επισκόπους.

Συμβολική ανάγνωση

Η Εκκλησία έδωσε στον σάκκο θεολογικό περιεχόμενο. Το ένδυμα παραπέμπει στον πορφυρό χιτώνα που έντυσε τον Χριστό η ρωμαϊκή φρουρά κατά το πάθος — χιτώνα χλεύης που έγινε δόξα. Ο επίσκοπος, μιμητής του Αρχιερέως Χριστού, φέρει αυτή τη μνήμη επάνω του. Έτσι το ένδυμα δεν δηλώνει εξουσία αλλά συσταύρωση: ο ποιμένας μετέχει στο πάθος του Κυρίου.

Τα κουδουνάκια

Στις παρυφές παραδοσιακών σάκκων προσαρτώνται μικρά κουδουνάκια. Ο συμβολισμός παραπέμπει στο ένδυμα του Ααρών στην Παλαιά Διαθήκη (Έξοδος 28), όπου χρυσά κουδουνάκια κρέμονταν από τον ποδήρη. Η Εκκλησία βλέπει στον αρχιερέα της Καινής Διαθήκης την πλήρωση του τύπου του Ααρών.

Σήμερα

Ο σάκκος φοριέται κατά τη Θεία Λειτουργία και άλλες πανηγυρικές αρχιερατικές ακολουθίες. Δεν αποτελεί καθημερινό ένδυμα — εκτός λειτουργίας ο επίσκοπος φέρει το ράσο και το εγκόλπιο. Το χρώμα του σάκκου ακολουθεί τους λειτουργικούς κύκλους: λευκός για τη Μεγάλη Εορτή, ερυθρός για τους μάρτυρες, πορφυρός για τη Σαρακοστή.