Το απολυτίκιο της εορτής της Κοιμήσεως συμπυκνώνει σε λίγους μόνο στίχους ολόκληρη τη θεολογία της Εκκλησίας για το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο ύμνος, σε ήχο α’, ψάλλεται στον Εσπερινό, τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία της 15ης Αυγούστου, αποτελώντας τον λειτουργικό πυρήνα της εορτής.
Το κείμενο και η μετάφραση
Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας, ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες, Θεοτόκε· μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς, καὶ ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Σε απόδοση στη νέα ελληνική: «Στη γέννηση φύλαξες την παρθενία σου, στην κοίμησή σου δεν εγκατέλειψες τον κόσμο, Θεοτόκε. Πέρασες στη ζωή, αφού είσαι η μητέρα της Ζωής, και με τις πρεσβείες σου λυτρώνεις από τον θάνατο τις ψυχές μας.»
«Ἐν τῇ Γεννήσει τὴν παρθενίαν ἐφύλαξας»
Ο πρώτος στίχος τοποθετεί στο κέντρο το απόλυτο παράδοξο της μητρότητας της Θεοτόκου. Η γέννηση του Κυρίου δεν καταλύει την παρθενία της, αλλά την επισφραγίζει ως σημείο της θείας επεμβάσεως. Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, στην ομιλία του στην Κοίμηση, υπενθυμίζει ότι η αειπαρθενία της δεν είναι φυσικό επίτευγμα αλλά δώρο και σημείο του μυστηρίου της Σαρκώσεως. Ο ύμνος δεν αναφέρεται απλώς σε ένα βιολογικό γεγονός· πρόκειται για ομολογία του Χριστού ως Θεού και ανθρώπου.
«ἐν τῇ Κοιμήσει τὸν κόσμον οὐ κατέλιπες»
Η Κοίμηση της Θεοτόκου, αν και πραγματικός θάνατος, δεν είναι αποχωρισμός από το σώμα της Εκκλησίας. Ο ύμνος τονίζει ότι η Παναγία δεν εγκαταλείπει τον κόσμο, παραμένοντας ζωντανός κρίκος της θείας οικονομίας. Στα πατερικά κείμενα —ιδίως στους λόγους του αγίου Ανδρέου Κρήτης— η μετάστασή της δεν παρουσιάζεται ως τέλος αλλά ως μετάβαση σε μια πληρέστερη διακονία, όπου η πρεσβεία της γίνεται αμεσότερη.
«μετέστης πρὸς τὴν ζωήν, Μήτηρ ὑπάρχουσα τῆς ζωῆς»
Η φράση αποκαλύπτει το βαθύτερο νόημα της εορτής: η Θεοτόκος, ως Μητέρα της Ζωής, δεν κρατείται από τον θάνατο. Ο όρος «μετάσταση» υποδηλώνει την ανάστασή της εν σώματι, ως πρόγευση της κοινής αναστάσεως. Δεν πρόκειται για Ανάληψη όπως του Κυρίου, αλλά για μετάβαση στη ζωή δια του Υιού της. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς βλέπει στην Κοίμηση την ολοκλήρωση της θεομητορικής θέσεως: η Παναγία μετέχει ήδη από τώρα στην εμπειρία της αφθαρσίας.
«ταῖς πρεσβείαις ταῖς σαῖς λυτρουμένη ἐκ θανάτου τὰς ψυχὰς ἡμῶν»
Το απολυτίκιο κλείνει με την επίκληση της μεσιτείας της. Η Θεοτόκος, νικήτρια του θανάτου δια του Υιού της, μεσιτεύει πλέον για τη σωτηρία όλων. Η Εκκλησία δεν διστάζει να ζητήσει τη λύτρωση «ἐκ θανάτου», γιατί στην Κοίμηση ο θάνατος μεταμορφώνεται σε κοίμηση και ο τάφος σε πύλη ζωής. Οι πιστοί ατενίζουν το πρόσωπό της ως την εγγύηση της δικής τους αναστάσεως, αφού το σώμα της που νίκησε τη φθορά αποτελεί τον «ἀρραβῶνα» της εσχατολογικής μας ελπίδος.
Το μεγαλυνάριο της εορτής
Στη Θεία Λειτουργία της 15ης Αυγούστου, στη θέση του «Ἄξιόν ἐστιν», ψάλλεται το μεγαλυνάριο της εορτής, ο ειρμός της θ΄ ωδής του κανόνα:
Αἱ γενεαὶ πᾶσαι μακαρίζομέν σε, τὴν μόνην Θεοτόκον.
Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γὰρ τόκος, καὶ ζωὴν προμνηστεύεται θάνατος· ἡ μετὰ τόκον Παρθένος, καὶ μετὰ θάνατον ζῶσα, σῴζοις ἀεί, Θεοτόκε, τὴν κληρονομίαν σου.
Σε απόδοση: «Όλες οι γενιές σε μακαρίζουμε, τη μόνη Θεοτόκο. Σε σένα, άχραντη Παρθένε, νικήθηκαν τα όρια της φύσεως: ο τόκος σου έμεινε παρθενικός και ο θάνατός σου έγινε αρραβώνας ζωής. Εσύ που μετά τη γέννηση έμεινες Παρθένος και μετά τον θάνατο ζεις, σώζε πάντοτε, Θεοτόκε, τον λαό σου.»