Όποιος εισέλθει σε ορθόδοξο ναό κατά τη Λειτουργία ακούει αμέσως μια μουσική που ξεχωρίζει — μονοφωνική, χωρίς όργανα, με ισοκράτη, σε συγκεκριμένο ήχο. Είναι το βυζαντινό μέλος, μια από τις παλαιότερες ζωντανές μουσικές παραδόσεις του κόσμου, ριζωμένη στην εποχή των Πατέρων και ενεργή σήμερα.

Η ιστορική προέλευση

Οι ρίζες της βυζαντινής εκκλησιαστικής μουσικής βρίσκονται στους συναγωγικούς ψαλμούς της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Από εκεί η Εκκλησία ανέπτυξε δικό της λεξιλόγιο — κανόνες, στιχηρά, καθίσματα, εξαποστειλάρια — με ξεχωριστή μουσική επένδυση. Στην Κωνσταντινούπολη του 4ου-6ου αιώνα, η Αγία Σοφία ανέπτυξε το αντιφωνικό σύστημα ψαλμωδίας μεταξύ δύο χορών.

Ο Άγιος Ρωμανός ο Μελωδός (5ος-6ος αιώνας) και ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός (8ος αιώνας) είναι οι μεγάλοι ποιητές-μελοποιοί. Ο Δαμασκηνός θεωρείται αυτός που συστηματοποίησε την Οκτώηχο — το σύστημα των οκτώ ήχων που οργανώνει όλη τη λειτουργική μουσική σε εβδομαδιαίο κύκλο.

Η Οκτώηχος

Στην Οκτώηχο υπάρχουν οκτώ ήχοι, καθένας με δική του «ηθική» (ψυχολογική ποιότητα): ο πρώτος ήχος είναι θριαμβευτικός, ο πλάγιος του τετάρτου είναι θρηνητικός, ο πρώτος ήχος είναι λυρικός, ο τέταρτος είναι παρακλητικός. Κάθε εβδομάδα ψάλλεται διαφορετικός ήχος, με τα Αναστάσιμα τροπάρια του να εναλλάσσονται όλο τον χρόνο εκτός της Μ. Σαρακοστής και του Πεντηκοσταρίου.

Οι ήχοι δεν είναι κλίμακες όπως στη δυτική μουσική. Είναι «τρόποι» — συγκεκριμένα μελωδικά πλαίσια με ορισμένα μοτίβα, καταλήξεις, χρωματικές τάσεις. Ένας έμπειρος ψάλτης γνωρίζει τη μελωδική γραμματική κάθε ήχου και μπορεί να συνθέσει αυτοσχεδιαστικά εντός αυτής.

Χωρίς όργανα

Η ορθόδοξη παράδοση αποκλείει αυστηρά τη χρήση μουσικών οργάνων στη λειτουργική ψαλμωδία. Ο λόγος δεν είναι αρνητική στάση προς τη μουσική — είναι θεολογικός. Ο μόνος όρος που δικαιολογεί λατρευτική φωνή είναι η ανθρώπινη φωνή — γιατί μόνο αυτή φέρει νόημα και μπορεί να ψάλει λόγια.

Η μουσική στην Ορθοδοξία δεν είναι αυτόνομη — είναι «λόγου διακονία». Σκοπός της δεν είναι αισθητική απόλαυση αλλά ένδυση των ιερών κειμένων με μέλος που τα κάνει πιο δυνατά. Έτσι, ο εντελώς ξένος προς τη βυζαντινή παράδοση ακροατής μπορεί να μην βρει τη μουσική «όμορφη» με τη συνηθισμένη έννοια. Αλλά αν ακούσει προσεκτικά, θα διακρίνει ότι κάθε λέξη του κειμένου σηκώνεται από το μέλος.

Ο ισοκράτης

Στη βυζαντινή ψαλμωδία ένας δεύτερος φωνητικός σχηματισμός — ο ισοκράτης — κρατά μια σταθερή νότα κάτω από τη μελωδία του πρωτοψάλτη. Δεν είναι αρμονία (όπως στη δυτική πολυφωνία) — είναι ένα ηχητικό υπόβαθρο που ενισχύει τη μελωδία. Συμβολίζει την αιωνιότητα του Θεού πάνω στην οποία εκτυλίσσεται όλη η ιστορία.

Σύγχρονη ζωντάνια

Η βυζαντινή μουσική παραμένει ζωντανή σήμερα. Στην Ελλάδα και την Κύπρο λειτουργούν Εκκλησιαστικά Λύκεια Βυζαντινής Μουσικής όπου διδάσκεται συστηματικά. Σε όλη την Ορθόδοξη οικουμένη, νέοι ψάλτες μαθαίνουν την παράδοση από τους παλαιότερους. Στα ρωσικά πατριαρχεία αναπτύχθηκε παράλληλη πολυφωνική παράδοση από τον 17ο αιώνα — διαφορετική, αλλά ισχυρή.

Σε εποχή που η ποπ μουσική κυριεύει την ακοή μας, η βυζαντινή ψαλμωδία προσφέρει μια διαφορετική εμπειρία ακροάσεως: σιωπηρή, αργή, εστιασμένη. Όταν συνηθίσεις, αλλάζει τον τρόπο που ακούς όλη τη μουσική.