Η Β’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 381 στην Κωνσταντινούπολη με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου του Μεγάλου. Συνέρευσαν 150 πατέρες, χωρίς εκπροσώπηση της Ρώμης, ωστόσο η Σύνοδος αναγνωρίστηκε αργότερα ως οικουμενική από το σύνολο της Εκκλησίας.
Η αιτία της συγκλήσεως
Μετά τη Νίκαια, ο αρειανισμός είχε αναβιώσει σε ποικίλες μορφές. Παράλληλα αναπτύχθηκε ο μακεδονιανισμός, οι «πνευματομάχοι», οι οποίοι αν και δέχονταν τη θεότητα του Υιού, αρνούνταν τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, θεωρώντας το κτίσμα ή «ενέργεια».
Το έργο της Συνόδου
Η Σύνοδος ολοκλήρωσε το Σύμβολο της Πίστεως προσθέτοντας το άρθρο για το Άγιο Πνεύμα: «Καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, τὸ Κύριον, τὸ Ζωοποιόν, τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον…». Καθιερώθηκε η συμπροσκύνηση και η ομοδοξία του Πνεύματος με τον Πατέρα και τον Υιό. Πρωταγωνιστές ήταν οι Καππαδόκες Πατέρες, ιδιαιτέρως ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, που προήδρευσε για ένα διάστημα.
Παράλληλα, ο τρίτος κανών της Συνόδου παραχώρησε στον επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως «τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον», θέση που σταδιακά εξελίχθηκε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.
Η ιστορική σημασία
Με τη Β’ Οικουμενική Σύνοδο ολοκληρώθηκε η τριαδολογική διδασκαλία της Εκκλησίας. Το Σύμβολο που προέκυψε — το λεγόμενο «Νικαιο-Κωνσταντινουπολίτικο» — παραμένει μέχρι σήμερα η κοινή ομολογία πίστεως όλης της κανονικής Ορθοδοξίας και απαγγέλλεται σε κάθε Θεία Λειτουργία.