Το Filioque αποτελεί τη βασικότερη δογματική διαφορά μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού και ένα από τα κύρια αίτια του Σχίσματος.

Το αρχικό κείμενο

Το Νικαιο-Κωνσταντινουπολίτικο Σύμβολο, όπως οριστικοποιήθηκε στις δύο πρώτες Οικουμενικές Συνόδους, διδάσκει για το Άγιο Πνεύμα: «τὸ ἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον». Η ορθόδοξη διδασκαλία τονίζει ότι ο Πατήρ είναι η μοναδική «αἰτία» στην Αγία Τριάδα: ο Υιός γεννάται εκ του Πατρός, το Άγιο Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός.

Η σταδιακή εμφάνιση της προσθήκης

Η προσθήκη «καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ» (filioque) εμφανίζεται πρώτα στην Ισπανία στη Σύνοδο του Τολέδου (589) ως απάντηση στον αρειανισμό των Βησιγότθων: για να τονιστεί η θεότητα του Υιού, αποδόθηκε σε αυτόν και η εκπόρευση του Πνεύματος. Σταδιακά διαδόθηκε στη Φραγκική αυτοκρατορία επί Καρλομάγνου, ενώ η Ρώμη αντιστάθηκε επί δύο αιώνες. Τελικά υιοθετήθηκε επίσημα στη Ρώμη επί Πάπα Βενεδίκτου Η’ (1014), προκειμένου να ικανοποιηθούν οι Φράγκοι αυτοκράτορες.

Η ορθόδοξη αντίθεση

Οι Πατριάρχες Φώτιος (9ος αι.) και Μιχαήλ Κηρουλάριος (11ος αι.) αντέδρασαν με δύο επιχειρήματα. Πρώτον, κανονικά: η προσθήκη έγινε μονομερώς, χωρίς οικουμενική σύνοδο, παραβιάζοντας ρητή απαγόρευση αλλαγής του Συμβόλου. Δεύτερον, θεολογικά: το filioque αλλοιώνει τη σχέση των τριών Προσώπων, υπονομεύοντας τη μοναρχία του Πατρός και οδηγώντας σε «ημισαβελλιανισμό».

Η παλαμική διάκριση

Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς (14ος αι.) διέκρινε σαφέστερα ανάμεσα στην «ύπαρξιν» του Πνεύματος (που είναι μόνο εκ του Πατρός) και στην «φανέρωσιν» ή «πέμψιν» του στον κόσμο (που γίνεται διά του Υιού). Έτσι γεφυρώθηκε εν μέρει η ορολογική διαφορά, χωρίς όμως να ικανοποιηθούν οι ορθόδοξες ενστάσεις στο δογματικό επίπεδο.

Σύγχρονοι διάλογοι

Στους θεολογικούς διαλόγους Ορθοδοξίας-Ρωμαιοκαθολικισμού, ο Πάπας Ιωάννης Παύλος Β’ αφαίρεσε σιωπηρά το filioque από τη λειτουργική χρήση στις συνελεύσεις με Ορθοδόξους. Το 1995 το Παπικό Συμβούλιο εξέδωσε διευκρινιστικό κείμενο, χωρίς ωστόσο επίσημη ανάκληση.