Το παλαιοημερολογητικό σχίσμα είναι μια εσωτερική ρήξη της Ορθοδοξίας του 20ού αιώνα, που διχοτομεί κανονικά πιστούς που μοιράζονται την ίδια δογματική παρακαταθήκη.
Η ημερολογιακή μεταρρύθμιση του 1924
Έως το 1924, όλες οι Ορθόδοξες Εκκλησίες χρησιμοποιούσαν το Ιουλιανό ημερολόγιο (παλαιό ημερολόγιο), το οποίο μέχρι τότε υστερούσε 13 ημέρες σε σχέση με το Γρηγοριανό. Τον Μάρτιο του 1924, υπό τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Γρηγόριο Ζ’ και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, υιοθετήθηκε το «νέο» ή «διορθωμένο Ιουλιανό» ημερολόγιο για τις σταθερές εορτές. Το Πάσχα και ο εορτολογικός κύκλος που εξαρτάται από αυτό συνέχισαν να υπολογίζονται με την παλιά μέθοδο.
Η αντίδραση των ζηλωτών
Σημαντικό τμήμα πιστών, ιδιαίτερα στην Ελλάδα, αρνήθηκε τη μεταρρύθμιση, θεωρώντας την παράβαση της παραδόσεως που είχε καθιερωθεί στην Α’ Οικουμενική Σύνοδο. Σχηματίστηκε η «Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών» (ΓΟΧ), που γρήγορα διασπάστηκε σε πολλαπλές παρατάξεις.
Διασπάσεις και χειροτονίες
Καθοριστικό σημείο υπήρξαν οι χειροτονίες επισκόπων του 1935, όταν τρεις αρχιερείς της κρατικής Εκκλησίας — οι Δημητριάδος Γερμανός, Φλωρίνης Χρυσόστομος και Ζακύνθου Χρυσόστομος — προσχώρησαν στο παλαιό ημερολόγιο. Έτσι αποκτήθηκε διαδοχή. Στη συνέχεια όμως ο πρώτος επανήλθε στην κρατική Εκκλησία, ενώ ο δεύτερος διέκοψε κοινωνία και με τους παραταξιώδεις. Έκτοτε ο παλαιοημερολογητικός χώρος γνώρισε αλλεπάλληλες σχάσεις: Φλωριναίοι, Ματθαιικοί, Καλλισταίοι, Ακάκιοι, και πολλές άλλες.
Η κανονική θέση
Από τη πλευρά των κανονικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, οι παλαιοημερολογίτες θεωρούνται σχισματικοί λόγω της διακοπής μνημονεύσεως, όχι αιρετικοί. Το ζήτημα παραμένει ποιμαντικά οδυνηρό. Πολλά αθωνικά μοναστήρια έχουν διατηρήσει το παλαιό ημερολόγιο, παραμένοντας ωστόσο σε κανονική κοινωνία με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και τις λοιπές Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Σήμερα
Διεθνώς, οι παλαιοημερολογίτες αριθμούν λίγες εκατοντάδες χιλιάδες πιστούς, κυρίως στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και τη διασπορά. Οι προσπάθειες ενοποίησης συναντούν συνεχή εμπόδια λόγω της εσωτερικής κατατμήσεως.