Οι Ησυχαστικές Σύνοδοι Κωνσταντινουπόλεως του 14ου αιώνα δικαίωσαν συνοδικά τη διδασκαλία του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και της ησυχαστικής παραδόσεως, διατυπώνοντας έναν από τους θεμελιώδεις δογματικούς ορισμούς της Ορθοδοξίας μετά την περίοδο των Οικουμενικών Συνόδων.

Το ιστορικό πλαίσιο

Στις αρχές του 14ου αιώνα, ο Καλαβρός μοναχός Βαρλαάμ επιτέθηκε στην αγιορειτική παράδοση της νοεράς προσευχής, υποστηρίζοντας ότι ο Θεός παραμένει εντελώς απρόσιτος και ότι όσοι ισχυρίζονται ότι «βλέπουν» το Θείο Φως είναι μεσσαλιανοί («ομφαλόψυχοι»). Ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς, αγιορείτης μοναχός και αργότερα Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης, ανέλαβε την απάντηση.

Οι Σύνοδοι του 1341

Συγκλήθηκαν δύο σύνοδοι στην Κωνσταντινούπολη υπό τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Γ’ και την προεδρία του Πατριάρχη Ιωάννη ΙΔ’ Καλέκα. Η πρώτη (Ιούνιος) καταδίκασε τις θέσεις του Βαρλαάμ. Η δεύτερη (Αύγουστος) αντιμετώπισε τις θέσεις του Γρηγορίου Ακινδύνου, που, παρά τη φραστική αποδοχή της παλαμικής διδασκαλίας, υπονόμευε τη διάκριση ουσίας και ενεργειών.

Η Σύνοδος του 1347

Σε νέα φάση της διαμάχης, και μετά τον εμφύλιο πόλεμο, η Σύνοδος του 1347 καταδίκασε οριστικά τον Ακίνδυνο και επιβεβαίωσε την ορθοδοξία του Παλαμά. Νέος Πατριάρχης ορίστηκε ο Ισίδωρος Α’.

Η Σύνοδος του 1351

Είναι η πιο δογματικά σημαντική. Συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνό και διατύπωσε επίσημα τα δόγματα της Ορθοδοξίας περί:

— Διακρίσεως ουσίας και ακτίστων ενεργειών στον Θεό. Ο Θεός είναι κατά την ουσία απρόσιτος, αλλά μετέχεται κατά τις άκτιστες ενέργειες.

— Άκτιστης φύσης του Θείου Φωτός που εθεάθη στο Θαβώρ — όχι αισθητό φως ούτε σύμβολο, αλλά πραγματική θεοφάνεια της θείας δόξας.

— Δυνατότητας της θεώσεως του ανθρώπου διά μετοχής στις άκτιστες ενέργειες.

Η οικουμενική σημασία

Οι Ησυχαστικές Σύνοδοι αναγνωρίζονται από την Ορθοδοξία ως οικουμενικού κύρους, αν και τυπικά τοπικές. Η μνήμη του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά εορτάζεται τη Β’ Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, ως «δεύτερη Κυριακή της Ορθοδοξίας».