Η Σύνοδος της Κωνσταντινουπόλεως του 1351 αποτελεί κορυφαίο σταθμό της ορθόδοξης δογματικής ιστορίας μετά τις Οικουμενικές Συνόδους και την οριστική επικύρωση της παλαμικής θεολογίας.

Το προηγούμενο της Συνόδου

Η ησυχαστική διαμάχη είχε ξεκινήσει από τη δεκαετία του 1330 με τις επιθέσεις του Βαρλαάμ του Καλαβρού κατά της νοεράς προσευχής και των αγιορειτών μοναχών. Πέρασε από φάσεις: Σύνοδοι του 1341 (καταδίκη Βαρλαάμ και Ακινδύνου), Σύνοδος του 1347 (επικύρωση της θεολογίας του Παλαμά). Παρά ταύτα, οι αντίπαλοι του Παλαμά (κυρίως ο Νικηφόρος Γρηγοράς) συνέχισαν να δραστηριοποιούνται.

Η σύγκληση και η σύνθεση

Η Σύνοδος του 1351 συγκλήθηκε από τον αυτοκράτορα Ιωάννη ΣΤ’ Καντακουζηνό στις Βλαχέρνες της Κωνσταντινουπόλεως. Προήδρευσε ο Πατριάρχης Κάλλιστος Α’. Παρευρέθηκαν είκοσι έξι μητροπολίτες, υψηλοί ιεράρχες και ο ίδιος ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς.

Το «Συνοδικό» κείμενο

Η Σύνοδος εξέδωσε εκτενές δογματικό κείμενο, γνωστό ως «Συνοδικός Τόμος». Μερικά από τα κύρια σημεία:

— Διακρίνεται στον Θεό η ουσία (απρόσιτη) από τις άκτιστες ενέργειες (στις οποίες ο άνθρωπος μετέχει).

— Η διάκριση αυτή δεν εισάγει σύνθεση στον Θεό: ο Θεός παραμένει απλός, γνωρίζεται όμως διπλοτρόπως — ως απερινόητη ουσία και ως φιλάνθρωπη ενέργεια.

— Το Φως του Θαβώρ είναι άκτιστη ενέργεια, η ίδια θεία δόξα που αποκαλύπτεται στους αξίους.

— Η θέωση πραγματοποιείται διά της μετοχής στις άκτιστες ενέργειες, όχι στην ουσία (αλλιώς θα οδηγούμασταν σε πανθεϊσμό).

Οι αναθεματισμοί

Η Σύνοδος αναθεμάτισε ονομαστικά τους αντιπάλους Βαρλαάμ, Ακίνδυνο και Γρηγορά, και προσέθεσε τα συμπεράσματά της στο «Συνοδικό της Ορθοδοξίας», που διαβάζεται κάθε Κυριακή της Ορθοδοξίας.

Η σημασία

Η παλαμική θεολογία δεν είναι μια εξειδικευμένη θεωρία αλλά η συστηματική διατύπωση της εμπειρίας της Εκκλησίας: ότι ο άνθρωπος μπορεί πραγματικά, και όχι μόνο εικονικά, να ενωθεί με τον Θεό. Η οικουμενική αναγνώριση της Συνόδου από όλη την Ορθοδοξία την κατατάσσει εμμέσως ως «ένατη Οικουμενική Σύνοδο» κατά πολλούς θεολόγους.