Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 451 στη Χαλκηδόνα της Βιθυνίας από τον αυτοκράτορα Μαρκιανό και την Πουλχερία. Συνέρευσαν περίπου 520 πατέρες (κατὰ ἄλλες πηγὲς ἕως 630), καθιστώντας την τὴν πολυπληθέστερη Οικουμενική Σύνοδο μέχρι τότε.

Η αιτία της συγκλήσεως

Μετά την Έφεσο, ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής Κωνσταντινουπόλεως έπεσε στο αντίθετο άκρο: υποστήριξε ότι η ανθρώπινη φύση του Χριστού «απορροφήθηκε» από τη θεία, όπως μια σταγόνα μέλι μέσα στη θάλασσα. Επομένως ο Χριστός έχει «μία φύση» μετά την ένωση. Η αίρεση αυτή ονομάστηκε μονοφυσιτισμός. Η ψευδοσύνοδος του 449 («Λῃστρική»), προεδρευομένη από τον Διόσκορο Αλεξανδρείας, δικαίωσε τον Ευτυχή και κακοποίησε τους ορθοδόξους.

Το έργο της Συνόδου

Η Σύνοδος καταδίκασε τον Ευτυχή και τον Διόσκορο, αναγνώρισε τον Τόμο του Πάπα Λέοντος Α’ ως ορθόδοξο και διατύπωσε τον περίφημο Όρο της Χαλκηδόνας: ο Χριστός γνωρίζεται «ἐν δύο φύσεσιν ἀσυγχύτως, ἀτρέπτως, ἀδιαιρέτως, ἀχωρίστως». Οι τέσσερις αυτοί όροι (αρνητικά επιρρήματα) εξακολουθούν να αποτελούν τον κανόνα της ορθόδοξης χριστολογίας.

Η ιστορική σημασία

Η Χαλκηδόνα σφράγισε τη χριστολογική διδασκαλία της Καθόλου Εκκλησίας. Παρά ταύτα, οδήγησε σε σχίσμα με τις λεγόμενες προ-Χαλκηδόνιες Εκκλησίες (Κοπτική, Συριακή, Αρμενική, Αιθιοπική), που απέρριψαν τον Όρο. Οι σύγχρονοι θεολογικοί διάλογοι αναγνωρίζουν ότι μέρος της διαφοράς ήταν ορολογικό, χωρίς να έχουν ωστόσο επιτύχει πλήρη ένωση.