Η Γ’ Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε το 431 στην Έφεσο με πρωτοβουλία του αυτοκράτορα Θεοδοσίου Β’. Συνέρευσαν περίπου 200 πατέρες υπό την προεδρία του Αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας, ο οποίος εκπροσωπούσε και τον Πάπα Κελεστίνο.
Η αιτία της συγκλήσεως
Ο Νεστόριος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κήρυξε ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο πρόσωπα: το θείο και το ανθρώπινο. Συνεπώς η Παρθένος Μαρία δεν μπορούσε να ονομάζεται «Θεοτόκος», αλλά μόνον «Χριστοτόκος», αφού γέννησε μόνον τον άνθρωπο Ιησού. Η διδασκαλία αυτή θρυμμάτιζε την υποστατική ένωση των δύο φύσεων του Χριστού και υπονόμευε τη σωτηρία του ανθρώπου.
Το έργο της Συνόδου
Η Σύνοδος καταδίκασε τον Νεστόριο και επιβεβαίωσε ότι ο Λόγος του Θεού ενανθρώπησε «καθ’ ὑπόστασιν», παίρνοντας πραγματική ανθρώπινη φύση χωρίς να σχηματίζεται δεύτερο πρόσωπο. Ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο σε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη. Ως εκ τούτου, η Παναγία ορθώς ονομάζεται Θεοτόκος, διότι γέννησε τον σαρκωθέντα Λόγο.
Πρωταγωνιστής υπήρξε ο Άγιος Κύριλλος, του οποίου οι δώδεκα αναθεματισμοί αποτέλεσαν δογματική βάση. Ο λαός της Εφέσου, μόλις πληροφορήθηκε την έκβαση, λιτάνευε με δάδες φωνάζοντας «Θεοτόκος Μαρία».
Η ιστορική σημασία
Η Έφεσος σφράγισε την ορθή χριστολογία και τη Μαριολογία της Εκκλησίας. Ωστόσο άφησε ανοιχτό το ζήτημα της σχέσεως των δύο φύσεων μέσα στον Χριστό, ζήτημα που αντιμετωπίστηκε δύο δεκαετίες αργότερα στη Χαλκηδόνα.