Την Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά η Εκκλησία διαβάζει τη θεραπεία του δαιμονισμένου στη χώρα των Γαδαρηνών (Λουκ. 8, 26-39). Μέσα στη δραματική αυτή διήγηση ο Χριστός κάνει μια ερώτηση που φαίνεται απλή: «Τί σοι ἐστὶν ὄνομα;». Η απάντηση που πήρε αφορά κάθε βαπτισμένο χριστιανό.
Στην άλλη όχθη
Ο Κύριος δεν περίμενε τους ανθρώπους να έρθουν σε Εκείνον· πήγαινε ο ίδιος να τους βρει. Αυτή τη φορά διέσχισε τη λίμνη και έφτασε στη χώρα των Γαδαρηνών, «ἥτις ἐστὶν ἀντιπέραν τῆς Γαλιλαίας». Ήταν περιοχή της Δεκαπόλεως, όπου ζούσαν κυρίως εθνικοί, ανάμεσά τους και Ιουδαίοι. Το κοπάδι των χοίρων που έβοσκε στο βουνό δείχνει τον κόσμο αυτό. Δείχνει όμως και κάτι βαθύτερο, όπως θα φανεί στο τέλος της διηγήσεως: για πολλούς από τους κατοίκους το κέρδος μετρούσε περισσότερο από τον άνθρωπο.
Ο τρόμος της περιοχής
Ο άνθρωπος που βγήκε να συναντήσει τον Χριστό είχε δαιμόνια «ἐκ χρόνων ἱκανῶν». Δεν φορούσε ρούχα, δεν έμενε σε σπίτι αλλά στα μνήματα, και όταν τον έδεναν με αλυσίδες τις έσπαζε και τον έσπρωχνε ο δαίμονας στις ερημιές. Ήταν ο φόβος όλων. Μπροστά στον Χριστό όμως ο φοβερός αυτός άνθρωπος πέφτει στα πόδια Του και κραυγάζει: «δέομαί σου, μή με βασανίσῃς». Ο Επίσκοπος Αυγουστίνος Καντιώτης, στο κήρυγμά του για την Κυριακή αυτή, υπογραμμίζει ακριβώς την αντιστροφή: ο τρόμος των ανθρώπων τρέμει μπροστά σε Εκείνον που είναι ο τρόμος των δαιμόνων.
«Λεγεών»
«Ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς, λέγων, Τί σοι ἐστὶν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε, Λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν». Ο άνθρωπος αυτός είχε ασφαλώς ένα όνομα από τους γονείς του, που το Ευαγγέλιο δεν το διασώζει. Δεν μπόρεσε όμως να το πει. Απάντησε με μια στρατιωτική λέξη: λεγεώνα λεγόταν η μεγάλη μονάδα του ρωμαϊκού στρατού, με χιλιάδες στρατιώτες. Τα δαιμόνια που τον κατοικούσαν δεν του πήραν μόνο την υγεία, το σπίτι και την αξιοπρέπεια· του πήραν και το όνομα, δηλαδή την ίδια την ταυτότητά του, και του έδωσαν το δικό τους.
Το όνομα του βαπτίσματος
Εδώ η διήγηση γίνεται ερώτηση προς εμάς. Και εμείς έχουμε όνομα, και το πήραμε σε ώρα ευλογημένη: στο άγιο Βάπτισμα. Τότε, με το στόμα του αναδόχου, απαντήσαμε στο «Ἀποτάσσῃ τῷ Σατανᾷ;» με το «Ἀποτάσσομαι», και στο «Συντάσσῃ τῷ Χριστῷ;» με το «Συντάσσομαι». Ταχθήκαμε με τον Χριστό για πάντα. Ο Καντιώτης θυμίζει ότι το όνομα αυτό είναι συνήθως όνομα ενός Αγίου, ανθρώπου σαν κι εμάς, με αδυναμίες και πάθη, που αγωνίστηκε και με τη χάρη του Χριστού τα νίκησε. Το όνομα του Αγίου μας δεν είναι διακόσμηση· είναι πρόσκληση να μιμηθούμε τη ζωή του.
Όταν όμως ο άνθρωπος αφήνει τα πάθη να τον κυβερνούν, αρχίζει σιγά σιγά να χάνει το δικό του όνομα, όπως ο Γαδαρηνός. Ο θυμός, η πλεονεξία, η εξάρτηση, το ψέμα δεν μένουν απλές συνήθειες· γίνονται κυρίαρχοι και του δίνουν άλλη ταυτότητα.
«Ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα»
Η διήγηση δεν τελειώνει στη θεραπεία. Οι κάτοικοι βρήκαν τον άνθρωπο «καθήμενον… ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα, παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ». Αντί όμως να χαρούν, φοβήθηκαν και ζήτησαν από τον Χριστό να φύγει. Έχασαν τους χοίρους τους και δεν άντεξαν την απώλεια, ενώ μπροστά τους στεκόταν ένας άνθρωπος που είχε ξαναβρεί τον εαυτό του. Ο θεραπευμένος, αντίθετα, ήθελε να μείνει με τον Χριστό. Ο Κύριος του έδωσε άλλη αποστολή: «Ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου, καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός». Εκείνος που ήταν ο τρόμος της πόλεως έγινε ο κήρυκάς της.
Ἀντὶ ἐπιλόγου
Ο Χριστός ρωτά και τον καθένα μας: «Τί σοι ἐστὶν ὄνομα;». Αν δεν μπορούμε να απαντήσουμε με το όνομα του βαπτίσματός μας, επειδή κάτι άλλο έχει πάρει τη θέση του, η Εκκλησία μάς δείχνει τον δρόμο της επιστροφής: τη μετάνοια, την εξομολόγηση, τη Θεία Κοινωνία. Ας ζητήσουμε από τον Κύριο, που είναι ο τρόμος των δαιμόνων, να μας ελευθερώσει και να μας επιστρέψει το όνομά μας, για να διηγούμαστε κι εμείς «ὅσα ἐποίησεν ἡμῖν ὁ Θεός».
Πηγή: Το κείμενο αξιοποιεί το κήρυγμα για την Κυριακή ΣΤ΄ Λουκά στο βιβλίο του Επισκόπου Αυγουστίνου Καντιώτη «Κυριακή» (Ορθόδοξος Ιεραποστολική Αδελφότης «Ο Σταυρός»).
Σχετικά: Το νόημα της λειτουργίας και το κήρυγμα αυτής της Κυριακής, σε απλή γλώσσα, στη «Φωνή Κυρίου» της Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος: apostoliki-diakonia.gr/fk