Όταν στο Σύμβολο της Πίστεως ομολογούμε «μίαν, αγίαν, καθολικήν και αποστολικήν Εκκλησίαν», η λέξη «καθολική» σημαίνει κάτι πολύ συγκεκριμένο στην ορθόδοξη παράδοση — και διαφέρει από την κοινή κατανόησή της.
Η σημασία της λέξης
Η ελληνική λέξη «καθόλου» σημαίνει «κατά όλον» — δηλαδή πληρότητα. Η καθολικότητα της Εκκλησίας δεν αναφέρεται πρωτίστως σε γεωγραφική παγκοσμιότητα αλλά στην πληρότητα της πίστης και της χάριτος που υπάρχει σε κάθε τοπική κοινότητα.
Η ευχαριστιακή εκκλησιολογία
Στη σύγχρονη ορθόδοξη θεολογία, ιδιαίτερα στο έργο του Νικολάου Αφανάσιεφ και του Ιωάννη Ζηζιούλα, αναπτύχθηκε η λεγόμενη «ευχαριστιακή εκκλησιολογία». Κάθε τοπική Εκκλησία γύρω από τον επίσκοπο και την Ευχαριστία είναι «καθολική» — δηλαδή πλήρης. Δεν είναι «τμήμα» της παγκόσμιας Εκκλησίας αλλά πλήρης έκφρασή της.
Καθολικότητα και τοπικότητα
Έτσι λύνεται μία φαινομενική αντινομία. Η Εκκλησία της Αντιόχειας, της Κωνσταντινουπόλεως, της Αλεξανδρείας, η ενορία στο μικρό χωριό — όλες παρουσιάζουν την ίδια πληρότητα της πίστης. Η ταυτότητα ωστόσο διασφαλίζεται μέσω της κοινωνίας ανάμεσα στις τοπικές Εκκλησίες, εκφραζόμενη στις συνόδους και στη μνημόνευση των επισκόπων.
Διαφορά από τη ρωμαιοκαθολική κατανόηση
Στη ρωμαιοκαθολική παράδοση η καθολικότητα συνδέεται κυρίως με την παγκόσμια ενότητα γύρω από τον πάπα της Ρώμης. Στην ορθόδοξη παράδοση δεν υπάρχει παγκόσμιος επίσκοπος. Η ενότητα διασφαλίζεται μέσω της συμφωνίας πίστεως, της ευχαριστιακής κοινωνίας και των συνόδων — όχι μέσω ενός κέντρου εξουσίας.
Η καθολικότητα επομένως είναι ποιοτική, όχι ποσοτική: όχι «παντού» αλλά «πλήρως».