Η ομολογία της πίστεως δεν είναι μία εσωτερική θρησκευτική διάθεση ούτε μία αφηρημένη δήλωση. Είναι η δημόσια και συγκεκριμένη ομολογία του προσώπου του Ιησού Χριστού ενώπιον των ανθρώπων, με συνέπειες που ο ίδιος ο Κύριος συνδέει με τη δική Του ομολογία ενώπιον του Πατρός. Το θέμα δεν πρέπει να συγχέεται με την εξομολόγηση των αμαρτιών, που αφορά άλλο μυστήριο· εδώ εξετάζουμε την ομολογία ως μαρτυρία πίστεως.

Η εντολή του Κυρίου

Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ο Χριστός δηλώνει: «πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. ὅστις δ᾿ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου» (Ματθ. 10,32-33). Παρόμοια διαβάζουμε στον Λουκά: «Πᾶς ὃς ἂν ὁμολογήσῃ ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁμολογήσει ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ· ὁ δὲ ἀρνησάμενός με ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων ἀπαρνηθήσεται ἐνώπιον τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. 12,8-9). Και ο Μάρκος, αμέσως μετά την ομολογία του Πέτρου, προσθέτει: «ὃς γὰρ ἂν ἐπαισχυνθῇ με καὶ τοὺς ἐμοὺς λόγους ἐν τῇ γενεᾷ ταύτῃ τῇ μοιχαλίδι καὶ ἁμαρτωλῷ, καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπαισχυνθήσεται αὐτόν» (Μάρκ. 8,38). Στην Αποκάλυψη ο Κύριος υπόσχεται: «γίνου πιστὸς ἄχρι θανάτου, καὶ δώσω σοι τὸν στέφανον τῆς ζωῆς» (Αποκ. 2,10) και «οὐ μὴ ἐξαλείψω τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐκ τῆς βίβλου τῆς ζωῆς, καὶ ἐξομολογήσομαι τὸ ὄνομα αὐτοῦ ἐνώπιον τοῦ πατρός μου» (Αποκ. 3,5). Η ομολογία λοιπόν δεν είναι προαιρετικό στοιχείο της χριστιανικής ζωής, αλλά κρίνεται από τον ίδιο τον Χριστό ως προϋπόθεση της δικής Του αναγνωρίσεως.

Ο φόβος των ανθρώπων

Ήδη μέσα στα Ευαγγέλια καταγράφεται ο πειρασμός της σιωπής από φόβο. Οι γονείς του εκ γενετής τυφλού, όταν ρωτήθηκαν για το θαύμα, δεν ομολόγησαν τον Χριστό «ἵνα ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται» (Ιω. 9,22). Ακόμη και άρχοντες που πίστεψαν σε Αυτόν δεν ομολογούσαν «διὰ τοὺς Φαρισαίους… ἵνα μὴ ἀποσυνάγωγοι γένωνται», και ο Ευαγγελιστής εξηγεί: «ἠγάπησαν γὰρ τὴν δόξαν τῶν ἀνθρώπων μᾶλλον ἤπερ τὴν δόξαν τοῦ Θεοῦ» (Ιω. 12,42-43). Το Ευαγγέλιο δεν κρύβει ότι η ομολογία έχει κόστος: μπορεί να επιφέρει αποκλεισμό, περιφρόνηση ή διωγμό. Ο φόβος αυτός είναι ανθρώπινος, αλλά ο λόγος του Κυρίου τον θέτει ενώπιον της αιώνιας προοπτικής.

Η ομολογία και η άρνηση του Πέτρου

Η πλέον διδακτική περίπτωση είναι του αποστόλου Πέτρου. Στην Καισάρεια του Φιλίππου ομολόγησε: «Σὺ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος», και ο Κύριος απάντησε: «σὺ εἶ Πέτρος, καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρᾳ οἰκοδομήσω μου τὴν ἐκκλησίαν, καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16,16-18). Όμως, τη νύχτα της συλλήψεως του Κυρίου, ο ίδιος Πέτρος αρνήθηκε τρεις φορές, λέγοντας με όρκο: «Οὐκ οἶδα τὸν ἄνθρωπον». Όταν αλέκτωρ εφώνησε, «ἐξελθὼν ἔξω ἔκλαυσε πικρῶς» (Ματθ. 26,69-75). Μετά την Ανάσταση, ο Χριστός τον ρώτησε τρεις φορές: «ἀγαπᾷς με;» και σε κάθε ομολογία αγάπης του ανέθεσε ποιμαντική ευθύνη: «Βόσκε τὰ ἀρνία μου», «Ποίμαινε τὰ πρόβατά μου» (Ιω. 21,15-17). Το κείμενο δεν καταγράφει ρητά λόγια συγχωρήσεως· η αποκατάσταση του Πέτρου φαίνεται από την ανάθεση της ποιμαντικής διακονίας. Έτσι η Εκκλησία διδάσκει ότι η άρνηση, όσο οδυνηρή κι αν είναι, δεν αποτελεί οριστικό τέλος, εφόσον υπάρχει μετάνοια και επιστροφή.

Η αποστολική συνέχεια: περιεχόμενο και τρόπος

Ο απόστολος Παύλος συνδέει την ομολογία με τη σωτηρία: «ἐὰν ὁμολογήσῃς ἐν τῷ στόματί σου Κύριον Ἰησοῦν… σωθήσῃ· καρδίᾳ γὰρ πιστεύεται εἰς δικαιοσύνην, στόματι δὲ ὁμολογεῖται εἰς σωτηρίαν» (Ρωμ. 10,9-10). Πρότυπο της ομολογίας είναι ο ίδιος ο Χριστός: «ὡμολόγησας τὴν καλὴν ὁμολογίαν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων… Χριστοῦ Ἰησοῦ τοῦ μαρτυρήσαντος ἐπὶ Ποντίου Πιλάτου τὴν καλὴν ὁμολογίαν» (Α΄ Τιμ. 6,12-13). Ο Ιωάννης τονίζει το δογματικό περιεχόμενο: «πᾶν πνεῦμα ὃ ὁμολογεῖ Ἰησοῦν Χριστὸν ἐν σαρκὶ ἐληλυθότα ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστί» (Α΄ Ιω. 4,2), ενώ όσοι δεν ομολογούν τον Χριστό ερχόμενον εν σαρκί χαρακτηρίζονται «ὁ πλάνος καὶ ὁ ἀντίχριστος» (Β΄ Ιω. 7). Στις Πράξεις, ο Πέτρος και ο Ιωάννης ενώπιον του συνεδρίου δήλωσαν: «Εἰ δίκαιόν ἐστιν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ ὑμῶν ἀκούειν μᾶλλον ἢ τοῦ Θεοῦ, κρίνατε. οὐ δυνάμεθα γὰρ ἡμεῖς, ἃ εἴδομεν καὶ ἠκούσαμεν, μὴ λαλεῖν» (Πράξ. 4,19-20). Ο δε απόστολος Πέτρος υπενθυμίζει τον τρόπο: η απολογία πρέπει να γίνεται «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου» (Α΄ Πέτρ. 3,15). Η ομολογία λοιπόν δεν είναι αόριστο θρησκευτικό συναίσθημα ούτε επιθετική πολεμική, αλλά σαφής δογματική μαρτυρία με πραότητα.

Ομολογητές στην ιστορία

Η ιστορία της Εκκλησίας βεβαιώνει ότι η ομολογία έχει συχνά κόστος. Κατά τον διωγμό του Δεκίου το 250, όσοι υπέκυψαν στο διάταγμα θυσίας και έλαβαν πιστοποιητικό ονομάστηκαν πεπτωκότες. Ο επίσκοπος Καρχηδόνος άγιος Κυπριανός, αν και κρύφθηκε κατά τον διωγμό όχι από δειλία αλλά επειδή τον χρειαζόταν το ποίμνιό του, μαρτύρησε το 258. Το νοβατιανό σχίσμα στη Ρώμη το 251 γεννήθηκε ακριβώς από την άρνηση συγχωρήσεως στους πεπτωκότες, γεγονός που η Εκκλησία απέρριψε. Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο της Νικαίας το 325 παρευρέθηκαν ομολογητές που έφεραν σημάδια διωγμών: ο Παφνούτιος της Θηβαΐδος, τυφλωμένος, και ο Παύλος Νεοκαισαρείας, με παράλυτα χέρια. Αργότερα, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής αρνήθηκε να αποδεχθεί τον «Τύπον» του αυτοκράτορα Κώνσταντος Β΄, του 648, που απαγόρευε τη συζήτηση για τις δύο θελήσεις και ενέργειες του Χριστού. Του έκοψαν τη γλώσσα και το δεξί χέρι και πέθανε εξόριστος το 662. Η Στ΄ Οικουμενική Σύνοδος, το 680-681, δικαίωσε τη θέση του. Ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης υπήρξε ομολογητής σε δύο κρίσεις, στο μοιχειανικό ζήτημα και στην εικονομαχία επί Λέοντος Ε΄, το 815, και πέθανε εξόριστος. Στη σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας, 1438-1439, ο άγιος Μάρκος ο Ευγενικός παρέμεινε ως το τέλος και αρνήθηκε δημοσίως να υπογράψει την Πράξη της Ενώσεως του 1439. Η Εκκλησία τον ανακήρυξε άγιο το 1734. Αυτοί οι ομολογητές δείχνουν ότι η ομολογία μπορεί να φτάσει μέχρι θυσίας, και ότι η Εκκλησία δεν ξεχνά όσους έμειναν πιστοί.

Η ομολογία στη λατρεία

Η ομολογία δεν είναι μόνο ατομική υπόθεση· ενσωματώνεται στη λειτουργική ζωή. Στο βάπτισμα προηγείται η αποταγή και η σύνταξη: τρεις φορές ο βαπτιζόμενος (ή ο ανάδοχος για το νήπιο) απαντά «Ἀποτάσσομαι» στην ερώτηση «Ἀποτάσσῃ τῷ Σατανᾷ;» και τρεις φορές «Συντάσσομαι» στην ερώτηση «Συντάσσῃ τῷ Χριστῷ;». Στη συνέχεια ομολογεί: «Πιστεύω αὐτῷ, ὡς Βασιλεῖ καὶ Θεῷ» και απαγγέλλει ολόκληρο το Σύμβολο της Πίστεως. Σε κάθε Θεία Λειτουργία ομολογούμε «Ὁμολογῶ ἓν βάπτισμα εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν». Έτσι η λειτουργική πράξη ανανεώνει διαρκώς την ομολογία που δόθηκε στο βάπτισμα. Στο νηπιοβαπτισμό την ομολογία εκφωνούν οι ανάδοχοι εξ ονόματος του παιδιού, αναλαμβάνοντας την ευθύνη να το καθοδηγήσουν στη ζωή της πίστεως. Και τα δύο κείμενα υπάρχουν ολόκληρα στον Κόμβο, η Ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος και το Σύμβολον τῆς Πίστεως.

Πώς ομολογεί ο χριστιανός σήμερα

Η εποχή μας δεν έχει πάντοτε διωγμούς με τη μορφή των πρώτων αιώνων, αλλά η πίεση για σιωπή ή συμβιβασμό υπάρχει με πολλούς τρόπους: στον επαγγελματικό χώρο, στην κοινωνική ζωή, στα μέσα ενημερώσεως, ακόμη και σε εκκλησιαστικές συζητήσεις. Ο χριστιανός ομολογεί όταν δεν ντρέπεται να δηλώσει την πίστη του, όταν υπερασπίζεται με πραότητα τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όταν η ζωή του συνάδει με όσα λέει. Δεν χρειάζεται να είναι προκλητικός ή επιθετικός· η ομολογία γίνεται «μετὰ πραΰτητος καὶ φόβου». Όποιος αισθάνεται ότι αμάρτησε με σιωπή ή άρνηση, ας θυμάται τον Πέτρο: η μετάνοια και η επιστροφή είναι πάντοτε δυνατές. Η Εκκλησία, άλλωστε, δεν παύει να γεννά μάρτυρες και ομολογητές, ακόμη και σήμερα, σε τόπους όπου η πίστη δοκιμάζεται. Ο καθένας καλείται, στο μέτρο της δικής του κλήσεως και των περιστάσεων, να μείνει πιστός «ἄχρι θανάτου», με την ελπίδα ότι ο Κύριος θα ομολογήσει και αυτόν ενώπιον του Πατρός.