Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως αποτελεί την πρώτη τη τάξει Εκκλησία της Ορθοδοξίας και διαδραματίζει συντονιστικό ρόλο στις διορθόδοξες σχέσεις.
Η ίδρυση και η ανύψωση
Η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ιδρύθηκε από τον Άγιο Ανδρέα τον Πρωτόκλητο, ο οποίος χειροτόνησε επίσκοπο Βυζαντίου τον Στάχυ, έναν από τους Εβδομήκοντα Αποστόλους. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας από τον Μέγα Κωνσταντίνο το 330, η πόλη απέκτησε αυτοκρατορική σημασία. Ο τρίτος κανών της Β’ Οικουμενικής Συνόδου (381) απέδωσε στον επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως «τὰ πρεσβεῖα τῆς τιμῆς μετὰ τὸν τῆς Ῥώμης ἐπίσκοπον», ως «Νέας Ῥώμης».
Η εξέλιξη του θεσμού
Στη Δ’ Οικουμενική Σύνοδο (451), ο 28ος κανών επιβεβαίωσε αυτή την τάξη και χορήγησε στον Κωνσταντινουπόλεως κανονική δικαιοδοσία στις επαρχίες του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης. Από τον 6ο αιώνα ο τίτλος «Οικουμενικός Πατριάρχης» καθιερώθηκε σταθερά.
Μετά το Σχίσμα του 1054, το Οικουμενικό Πατριαρχείο ανέλαβε την προεδρία της Ορθοδοξίας. Παρά την Άλωση του 1453, ο σουλτάνος Μωάμεθ Β’ αναγνώρισε τον Πατριάρχη Γεννάδιο Σχολάριο ως εθνάρχη των ορθοδόξων υπηκόων.
Η σύγχρονη διακονία
Σήμερα, με έδρα το Φανάρι Κωνσταντινουπόλεως, το Πατριαρχείο διαθέτει περιορισμένο πλήρωμα στην Τουρκία αλλά διαποιμαίνει σημαντικές επαρχίες στην Ευρώπη, τις Αμερικές, την Ωκεανία και την Άπω Ανατολή. Συντονίζει τους πανορθόδοξους διαλόγους και προεδρεύει σε διορθόδοξα γεγονότα όπως η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης (2016).