Η έννοια της Πενταρχίας περιγράφει το διοικητικό σχήμα της αρχαίας ενιαίας Εκκλησίας πριν το Σχίσμα του 1054, σύμφωνα με το οποίο η Καθόλου Εκκλησία διοικείτο από πέντε Πατριάρχες: Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων.

Η σταδιακή διαμόρφωση

Στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες αναγνωρίστηκαν τρεις θρόνοι ιδιαίτερου κύρους: Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας. Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη και την οικουμενική αναγνώριση της Νέας Ρώμης (Β’ και Δ’ Οικουμενικές Σύνοδοι), προστέθηκε ως δεύτερη τη τάξει. Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος αναγνώρισε επίσημα και τα Ιεροσόλυμα ως πέμπτο πατριαρχείο, ολοκληρώνοντας το σχήμα.

Η ιεραρχική τάξη

Η αρχαία τάξη των πρεσβείων ήταν: Ρώμη, Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα. Πρόκειται για «πρεσβεία τιμής», όχι εξουσίας: κανένας Πατριάρχης δεν ασκούσε δικαιοδοσία επί άλλου, και αποφάσεις οικουμενικής σημασίας λαμβάνονταν μόνο σε σύνοδο.

Ο Άγιος Ιουστινιανός (6ος αι.) θεσμοθέτησε την Πενταρχία στη νομοθεσία της αυτοκρατορίας, παρομοιάζοντάς την με τις πέντε αισθήσεις του ενός σώματος της Εκκλησίας.

Η ρήξη του 1054

Η Πενταρχία λειτούργησε ικανοποιητικά για περίπου επτά αιώνες, παρά τις περιοδικές εντάσεις. Η σταδιακή ανάπτυξη μονοκρατορικών αξιώσεων από τη Ρώμη — ιδίως μετά τις γρηγοριανές μεταρρυθμίσεις του 11ου αιώνα — οδήγησε στο μεγάλο Σχίσμα του 1054. Η τετραρχία της Ανατολής (Κωνσταντινούπολη, Αλεξάνδρεια, Αντιόχεια, Ιεροσόλυμα) διατήρησε τη συνοδική και κανονική παράδοση που σήμερα γνωρίζουμε ως Ορθόδοξη Εκκλησία.

Σύγχρονη σημασία

Η αναφορά στην προ-σχίσματος Πενταρχία παραμένει εργαλείο εκκλησιολογικού στοχασμού στους θεολογικούς διαλόγους Ορθοδοξίας-Ρωμαιοκαθολικισμού.