Ο 14ος αιώνας υπήρξε αποφασιστικός για την ορθόδοξη πνευματικότητα. Στην αντιδικία ανάμεσα στον Άγιο Γρηγόριο Παλαμά και τον Βαρλαάμ τον Καλαβρό κρίθηκε αν η εμπειρία των ησυχαστών είχε θεολογικό βάρος ή ήταν απλώς συναισθηματική αυθυποβολή.
Η εμπειρία των ησυχαστών
Οι ησυχαστές αθωνίτες περιέγραφαν θέαση ενός φωτός κατά την προσευχή — του ίδιου φωτός, έλεγαν, που είδαν οι μαθητές στο Θαβώρ κατά τη Μεταμόρφωση. Ο Βαρλαάμ θεωρούσε ότι αυτό θα έπρεπε να είναι κτιστό φαινόμενο, αφού η ουσία του Θεού είναι αμέθεκτη.
Η απάντηση του Παλαμά
Ο Άγιος Γρηγόριος διέκρινε ανάμεσα στην ουσία και στις ενέργειες του Θεού. Η ουσία παραμένει απρόσιτη — κανένας άνθρωπος δεν την βλέπει. Οι ενέργειες όμως είναι πραγματικά ο Θεός, όχι κτίσμα Του, και είναι μεθεκτές. Το άκτιστο φως είναι μία τέτοια ενέργεια — ο Θεός που αποκαλύπτεται στον καθαρό νου χωρίς να παύει να είναι υπερβατικός.
Η σύνοδος του 1351
Η Κωνσταντινουπολίτικη σύνοδος του 1351 επικύρωσε τη διδασκαλία του Παλαμά ως ορθόδοξη πίστη. Η απόφαση αυτή προστάτευσε τον χαρακτήρα της ορθόδοξης πνευματικότητας ως πραγματικής εμπειρίας του Θεού — όχι μόνο ηθικής βελτίωσης ούτε διανοητικής γνώσης, αλλά μετοχής στις άκτιστες ενέργειες.
Η παλαμική θεολογία παραμένει κεντρική στην ορθόδοξη αυτοσυνειδησία γιατί απαντά σε ένα θεμελιώδες ερώτημα: μπορεί ο άνθρωπος να γνωρίσει αληθινά τον Θεό χωρίς να τον περιορίσει στις διανοητικές του κατηγορίες;