Η χειροτονία στην ορθόδοξη παράδοση δεν θεωρείται απλή τελετή ένταξης σε κλήρο, ούτε όμως αυτόνομη μαγική πράξη. Είναι μυστήριο — μία από τις επτά κατά την παραδοσιακή απαρίθμηση — και ταυτόχρονα ευχή της Εκκλησίας που αιτείται την κάθοδο του Πνεύματος επί τον υποψήφιο. Το πώς αρθρώνονται αυτά τα δύο στοιχεία είναι ένα από τα κεντρικά θεολογικά ζητήματα του δόγματος της ιερωσύνης.

Δύο πιθανές παρερμηνείες

Η μία παρερμηνεία βλέπει τη χειροτονία ως αυτοδύναμη πράξη του χειροτονούντος επισκόπου: η χειροθεσία και τα τυπικά ρήματα μεταβιβάζουν αυτόματα την «εξουσία» της ιερωσύνης. Η άλλη την βλέπει ως απλή ευχή ή ευλογία της σύναξης, χωρίς αντικειμενικό αποτέλεσμα. Η ορθόδοξη θεολογία απορρίπτει και τα δύο άκρα.

Η σύζευξη πνεύματος και τάξεως

Στην ορθόδοξη κατανόηση, η χειροτονία απαιτεί και την κανονική τάξη (διάδοχος επίσκοπος, σωστή ευχή, αποδοχή του υποψηφίου από τη σύναξη) και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος. Καμία πλευρά δεν αρκεί από μόνη της. Όταν η σύναξη ψάλλει «Άξιος!» μετά την ευχή, δεν είναι τυπικός χαιρετισμός — είναι αναγνώριση ότι η χάρις πράγματι έδρασε.

Ο ρόλος της Εκκλησίας

Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού είναι αυτή που χειροτονεί, όχι ο μεμονωμένος επίσκοπος. Γι’ αυτό απαιτούνται τουλάχιστον τρεις επίσκοποι για χειροτονία νέου επισκόπου, και η χειροτονία τελείται μέσα στη Θεία Λειτουργία, όπου είναι παρούσα ολόκληρη η εκκλησιαστική κοινότητα. Ο νέος ιερωμένος δεν λαμβάνει ιδιωτική εξουσία αλλά εντάσσεται στη συλλογική ιερουργική λειτουργία.

Η συνεχής επίκληση

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό: η χειροτονία δεν εξαντλείται στην τελετή. Κάθε φορά που ο ιερέας λειτουργεί, επικαλείται εκ νέου τη χάρι του Πνεύματος. Η ιερωσύνη δεν είναι κτήμα — είναι σχέση συνεχώς ανανεούμενη μέσα στη μυστηριακή ζωή.