Σε αντίθεση με τη Λατινική παράδοση που από τον 11ο αιώνα και μετά επέβαλε καθολική αγαμία στους κληρικούς, η Ορθοδοξία διατηρεί από τους πρώτους αιώνες την πρακτική του έγγαμου κλήρου. Ένας ιερέας μπορεί να είναι παντρεμένος και να έχει οικογένεια — και αυτή είναι η κανονική περίπτωση για τους πρεσβυτέρους και διακόνους.
Το βασικό κανονικό πλαίσιο
Η Ορθόδοξος Εκκλησία επιτρέπει στους υποψηφίους κληρικούς να επιλέξουν πριν από τη χειροτονία: είτε να συνάψουν γάμο και να χειροτονηθούν στη συνέχεια, είτε να παραμείνουν άγαμοι ή να μονάσουν. Μετά τη χειροτονία, νέος γάμος δεν επιτρέπεται. Έτσι αν ο πρεσβύτερος χηρεύσει, παραμένει χήρος.
Η εγκράτεια ως υποχρέωση
Παράλληλα με την επιλογή πριν τη χειροτονία, υπάρχει η αρχή της εγκρατείας: ο κληρικός — ακόμη και ο έγγαμος — οφείλει αυστηρή ηθική και πνευματική συγκέντρωση. Η συζυγική ζωή τίθεται υπό την προτεραιότητα της λειτουργικής διακονίας: την παραμονή της Λειτουργίας ή σε περιόδους πένθους η σχέση παραμένει εγκρατής.
Επίσκοποι από τους μοναχούς
Σε επίπεδο επισκόπου, η ορθόδοξη πρακτική απαιτεί αγαμία — οι επίσκοποι επιλέγονται από τους μοναχούς ή τους χήρους ιερείς. Αυτή η ρύθμιση συνδέεται με την ποιμαντική φύση της επισκοπής: ο επίσκοπος είναι «πατέρας» ολόκληρης της επαρχίας, και οικογενειακές δεσμεύσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ποιμαντική του ισορροπία.
Πνευματική αξία
Η συνύπαρξη δύο τρόπων ζωής — έγγαμου και άγαμου-μοναστικού — μέσα στον ίδιο κλήρο εκφράζει μια θεολογική αλήθεια: και η οικογενειακή ζωή και η αφιέρωση μπορούν να γίνουν δρόμοι αγιασμού. Η Εκκλησία δεν επιβάλλει ένα πρότυπο, αλλά αναγνωρίζει την ποικιλία των κλήσεων μέσα στο σώμα του Χριστού.