Ο διάκονος είναι ο πρώτος βαθμός της ορθόδοξης ιεροσύνης. Παρά τη σχετική χαμηλή ιεραρχική θέση, ο ρόλος του φέρει βαθιά θεολογική σημασία και ανάγεται στους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας.

Η αρχαία προέλευση

Η εκλογή των επτά διακόνων (Πραξ. 6,1-6) θεωρείται από την παράδοση ως η απαρχή του βαθμού. Οι Απόστολοι, βλέποντας ότι δεν μπορούσαν να ασχολούνται με την καθημερινή φροντίδα των φτωχών, διόρισαν επτά άνδρες «πλήρεις Πνεύματος και σοφίας» για τη διακονία των τραπεζών.

Λειτουργικός ρόλος

Στη Θεία Λειτουργία ο διάκονος εκφωνεί τα αιτήματα και τις παραινέσεις προς τον λαό, βοηθά τον ιερέα στην ευχαριστιακή πράξη και διακονεί τη μετάδοση της Κοινωνίας. Δεν τελεί ωστόσο τον καθαγιασμό των τιμίων δώρων ούτε τα άλλα μυστήρια — αυτή είναι αρμοδιότητα πρεσβυτέρων και επισκόπων.

Διπλή διακονία

Ο διάκονος υπηρετεί ταυτόχρονα τον λειτουργικό βίο και τον φιλανθρωπικό. Στην αρχαία Εκκλησία είχε ευθύνη για τη φροντίδα των ορφανών, των χηρών και των άρρωστων. Σήμερα, στις περιπτώσεις όπου ο διακονικός βαθμός παραμένει ζωντανός (όχι μόνο ως προπαρασκευαστικό στάδιο για την πρεσβυτεροσύνη), αυτή η φιλανθρωπική διάσταση επανέρχεται με δύναμη.

Διακόνισσες

Στην αρχαία Εκκλησία υπήρχε και ο βαθμός της διακόνισσας — γυναίκες χειροτονημένες με ειδική ευχή. Διακονούσαν στο Βάπτισμα ενηλίκων γυναικών (όπου κρινόταν αναγκαία η παρουσία γυναίκας) και στη φιλανθρωπία προς γυναίκες. Ο βαθμός εξέλιπε αργότερα αλλά συζητείται ξανά στις σύγχρονες ορθόδοξες συνελεύσεις.

Η διακονία θυμίζει στην Εκκλησία ότι κάθε χάρισμα δίνεται για υπηρεσία, όχι για κυριαρχία. Γι’ αυτό ο Χριστός ονόμασε τον εαυτό Του «διάκονο»: «οὐκ ἦλθεν διακονηθῆναι ἀλλὰ διακονῆσαι» (Μάρκ. 10,45).