Η Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας αποτελεί παράδειγμα σπάνιας εκκλησιαστικής αναβίωσης μετά από μία περίοδο σχεδόν ολοκληρωτικής καταστολής, και αποτελεί σήμερα έναν από τους πιο εντυπωσιακούς νεότερους δρόμους της Ορθοδοξίας στη Βαλκανική.
Ιστορική διαδρομή
Η ορθόδοξη παρουσία στην αλβανική επικράτεια ανάγεται σε αρχαίους χρόνους, με ιστορικά κέντρα στη Δυρράχιο, την Απολλωνία, τη Βεράτι και τη Μοσχόπολη. Επί αιώνες οι ορθόδοξοι Αλβανοί υπάγονταν εκκλησιαστικά είτε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο είτε στην Αρχιεπισκοπή της Αχρίδος. Με τη συγκρότηση του αλβανικού κράτους (1912-1913), προέκυψε το αίτημα συγκρότησης αυτοτελούς εκκλησίας.
Η ανακήρυξη του αυτοκεφάλου
Μετά από διαπραγματεύσεις και κανονικές παλινδρομήσεις, το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε με Συνοδικό Τόμο το αυτοκέφαλο της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Αλβανίας στις 12 Απριλίου 1937, επί Πατριάρχου Βενιαμίν Α΄. Η εκκλησία οργανώθηκε με κεντρική έδρα τα Τίρανα και διοικητική δομή τεσσάρων μητροπόλεων (Τιράνων, Βερατίου, Αργυροκάστρου, Κορυτσάς).
Η ολοκληρωτική καταστολή
Με την επιβολή του κομμουνιστικού καθεστώτος του Εμβέρ Χότζα και ιδίως μετά το 1967, οπότε η Αλβανία ανακηρύχθηκε επισήμως «το πρώτο άθεο κράτος του κόσμου», η εκκλησία δοκιμάσθηκε όσο καμία άλλη ορθόδοξη εκκλησία τον 20ο αιώνα. Ναοί καταστράφηκαν ή μετατράπηκαν σε αποθήκες, κληρικοί φυλακίσθηκαν, εκτελέσθηκαν ή εκτοπίσθηκαν, και η μυστηριακή ζωή σχεδόν εξέλιπε για περισσότερα από είκοσι χρόνια.
Η αναβίωση μετά το 1991
Με την κατάρρευση του καθεστώτος, το Οικουμενικό Πατριαρχείο απέστειλε το 1991 τον Πατριαρχικό Έξαρχο και κατόπιν Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο (Γιαννουλάτο), ο οποίος ανέλαβε την ανασυγκρότηση της εκκλησίας από το μηδέν. Επανιδρύθηκαν οι μητροπόλεις, οικοδομήθηκαν εκ βάθρων ναοί, λειτούργησαν θεολογικές σχολές, ορθόδοξα πανεπιστημιακά τμήματα και φιλανθρωπικές δομές.
Σήμερα
Η Ορθόδοξη Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Αλβανίας αποτελεί σήμερα έναν θεσμό ζωντανό, με ισχυρή ποιμαντική, ιεραποστολική και κοινωνική παρουσία. Η αναβίωσή της στάθηκε εμβληματική στιγμή για όλη την Ορθοδοξία και αναγνωρίζεται ως μία από τις σημαντικότερες εκκλησιαστικές ανασυγκροτήσεις του 20ού αιώνα.