Η Εκκλησία της Ελλάδος είναι μία από τις δεκατέσσερις κανονικές αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες. Το ιδιαίτερο της ιστορικής της πορείας είναι η σχέση ίδρυσης του αυτοκεφάλου με την κρατική ανεξαρτησία της Ελλάδος.

Το πρόβλημα μετά την επανάσταση

Μέχρι την Επανάσταση του 1821, οι Εκκλησίες των ελληνικών εδαφών ανήκαν κανονικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), προέκυψε εκκλησιαστικό ζήτημα: ήταν δυνατόν επίσκοποι ελληνικού κράτους να εξαρτώνται από Πατριάρχη που ζούσε υπό οθωμανική κυριαρχία;

Η μονομερής ανακήρυξη του 1833

Στις 23 Ιουλίου 1833, η αντιβασιλεία του Όθωνα, υπό την επιρροή του Φαρμακίδη και του Maurer, δημοσίευσε τον Διακανονισμό περί αυτοκεφάλου της Εκκλησίας της Ελλάδος. Η ενέργεια αυτή έγινε χωρίς συνεννόηση με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με αποτέλεσμα η νέα Εκκλησία να θεωρείται σχισματική για 17 χρόνια.

Η συνοδική αναγνώριση του 1850

Μετά από επίμονες προσπάθειες, ιδιαίτερα του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων και του αρχιμανδρίτη Μισαήλ Αποστολίδη, ο Πατριάρχης Άνθιμος Δ’ εξέδωσε στις 29 Ιουνίου 1850 τον «Συνοδικό Τόμο» που αναγνώριζε επίσημα την αυτοκεφαλία. Η Εκκλησία της Ελλάδος αποκτούσε ίδια συνοδική διοίκηση, διατηρώντας δογματική και κανονική κοινωνία με τα άλλα Πατριαρχεία.

Επεκτάσεις και νέες χώρες

Με την επέκταση του ελληνικού κράτους, ζητήθηκε επέκταση και της εκκλησιαστικής δικαιοδοσίας. Το 1866 προστέθηκαν τα Επτάνησα και το 1882 η Θεσσαλία, ενώ οι Νέες Χώρες (Μακεδονία, Ήπειρος, νησιά Αιγαίου) τέθηκαν το 1928 «επιτροπικά» υπό την Εκκλησία της Ελλάδος, παραμένοντας κανονικά στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Σήμερα

Η Εκκλησία διοικείται από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας υπό την προεδρία του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος.