Η Εκκλησία της Βουλγαρίας έχει μία από τις πιο μακρές και ταραγμένες ιστορίες ανάμεσα στις σλαβικές ορθόδοξες εκκλησίες, με δύο διακριτές περιόδους αυτοκέφαλης λειτουργίας πριν φτάσει στη σύγχρονη πατριαρχική της μορφή.

Ιστορική διαδρομή

Μετά τον εκχριστιανισμό το 864 επί Βορίδος-Μιχαήλ, η νεοϊδρυθείσα εκκλησία αναπτύχθηκε γρήγορα και έλαβε αυτοκέφαλο καθεστώς από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Το 927 αναγνωρίσθηκε ως Πατριαρχείο της Πρεσλάβας — και αργότερα της Αχρίδος — γεγονός που αποτέλεσε το πρώτο σλαβικό πατριαρχείο στην ιστορία. Μετά την κατάκτηση από το Βυζάντιο και αργότερα από τους Οθωμανούς, η Αρχιεπισκοπή της Αχρίδος καταργήθηκε το 1767 και οι Βούλγαροι πιστοί υπήχθησαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Η Εξαρχία και το Σχίσμα του 1872

Τον 19ο αιώνα, η εθνική αναγέννηση των Βουλγάρων προκάλεσε αίτημα για εκκλησιαστική ανεξαρτησία. Με σουλτανικό φιρμάνι το 1870 ιδρύθηκε η Βουλγαρική Εξαρχία, εκτός κανονικής συνεννόησης με την Κωνσταντινούπολη. Η Σύνοδος του 1872 στην Κωνσταντινούπολη καταδίκασε την Εξαρχία ως σχισματική και κατήγγειλε τον εθνοφυλετισμό — την υπαγωγή του εκκλησιαστικού σώματος σε εθνοτικά κριτήρια — ως αίρεση. Το σχίσμα διήρκεσε επί δεκαετίες.

Η αποκατάσταση και το Πατριαρχείο

Η άρση του σχίσματος έγινε το 1945, μετά από διαπραγματεύσεις με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, και η Βουλγαρική Εκκλησία αναγνωρίσθηκε ως αυτοκέφαλη. Το 1953, σε ιστορική Σύνοδο, ανακηρύχθηκε Πατριαρχείο, με πρώτο Πατριάρχη τον Κύριλλο. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο αναγνώρισε επίσημα την πατριαρχική αξία το 1961, με Συνοδικό Τόμο που ολοκλήρωσε την κανονική αποκατάσταση.

Σήμερα

Το Πατριαρχείο Βουλγαρίας με έδρα τη Σόφια αριθμεί έντεκα μητροπόλεις και αποτελεί ζωντανό πυλώνα της Ορθοδόξου Παραδόσεως στη Βαλκανική. Παρά τις περιπέτειες της κομμουνιστικής περιόδου και των εσωτερικών διαιρέσεων της δεκαετίας του 1990, η εκκλησία διατηρεί ενεργή πνευματική και μοναστική ζωή, με κέντρα όπως η Μονή της Ρίλας και η Μονή του Μπάτσκοβο, καθώς και έντονη παρουσία σε διορθόδοξες και πανορθόδοξες υποθέσεις.