Η ενανθρώπηση δεν είναι μία διδασκαλία ανάμεσα σε άλλες· είναι το κέντρο της χριστιανικής πίστης. Η ομολογία ότι «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο» (Ιω. 1,14) διαμορφώνει όλη την υπόλοιπη θεολογία.

Το ερώτημα

Πώς μπορεί ο Θεός — απρόσιτος, αμετάβλητος, υπερβατικός — να γίνει άνθρωπος χωρίς να παύσει να είναι Θεός; Πώς μπορεί η ανθρώπινη φύση να δεχθεί την παρουσία της θείας χωρίς να καταστραφεί; Στα ερωτήματα αυτά απαντούν οι χριστολογικές Σύνοδοι των πέντε πρώτων αιώνων.

Η Χαλκηδόνα

Η Δ’ Οικουμενική Σύνοδος (451) διαμορφώνει τον κλασικό όρο: ο Χριστός είναι ένα πρόσωπο σε δύο φύσεις, θεία και ανθρώπινη, ενωμένες «ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως». Οι τέσσερις αυτές αρνήσεις προστατεύουν την πληρότητα και της θεότητας και της ανθρωπότητας.

Η σωτηριολογική σημασία

Οι Πατέρες συνοψίζουν: «ὅ μὴ προσελήφθη, οὐδὲ ἐθεραπεύθη» — ό,τι δεν προσέλαβε ο Λόγος, δεν θεραπεύθηκε. Επομένως ο Χριστός έπρεπε να αναλάβει ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, ψυχή και σώμα, νου και θέληση, για να σώσει τον άνθρωπο σε όλη του την έκταση.

Η θέωση

Από την ενανθρώπηση πηγάζει η ορθόδοξη διδασκαλία της θεώσεως. Επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος, μπορεί ο άνθρωπος να γίνει «κατά χάριν θεός», όπως λέει ο Άγιος Αθανάσιος. Δεν πρόκειται για οντολογική σύγχυση — η ουσία παραμένει απρόσιτη — αλλά για πραγματική μετοχή στις άκτιστες ενέργειες.

Η ενανθρώπηση παραμένει το αίνιγμα και το θαύμα που η Εκκλησία ψάλλει κάθε Χριστούγεννα.