Εισαγωγή
Από τη δεκαετία του 1770 και σχεδόν για έναν αιώνα, μεγάλος αριθμός επισκόπων, ιερέων και μοναχών συμμετείχαν στις διάφορες φάσεις της εθνικής αναγέννησης της Βουλγαρίας και της προσπάθειας για την αναγνώριση ενός ανεξάρτητου έθνους και κράτους. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε αποδεχθεί το σχέδιο του 1867, για μια αυτόνομη Εξαρχία αλλά αυτό δεν ικανοποιούσε τους ηγέτες του βουλγαρικού κινήματος1.
Στις 28 Φεβρουαρίου/12 Μαρτίου 1870, ο σουλτάνος Αμπντούλ Αζίζ έβγαλε φιρμάνι με το οποίο συστάθηκε αυτόνομη Βουλγαρική Εξαρχία, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του Οικουμενικού Πατριαρχείου2.
Το φιρμάνι αναγνώριζε τη δικαιοδοσία της Βουλγαρικής Εξαρχίας στο αποκαλούμενο «βουλγαρικό θέμα», που εκτεινόταν μεταξύ της οροσειράς του Αίμου και του ποταμού Δούναβη, καθώς και στη Δοβρουτσά.
Στο άρθρο 10, περιλήφθηκε μια φράση, με βάση την οποία στη δικαιοδοσία του Βούλγαρου εξάρχου, θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν και άλλες περιοχές, εφόσον το ζητούσαν τα 2/3 των ορθοδόξων κατοίκων τους. Αναλυτικότερα προέβλεπε ότι εάν η ολότητα ή τα δύο τρίτα τουλάχιστον των κατοίκων επιθυμούσαν την αρχή του Εξάρχου και εάν εξεταζόταν και διαπιστωνόταν το νόμιμο του αιτήματός τους, επιτρεπόταν να περάσουν στην Εξαρχία.
Αυτό το πέτυχε ο Ιγνάτιεφ, πρεσβευτής του τσάρου στην Κωνσταντινούπολη, έχοντας προηγουμένως πείσει τους διαδόχους του Κουμπλάι Χαν να παραχωρήσουν τεράστιες εκτάσεις της βορειοανατολικής Ασίας στη Ρωσία, με την ομώνυμη Συνθήκη του Πεκίνου το 18603.
Η επίμαχη διάταξη προκάλεσε διχασμό και έντονες αντιδράσεις στους κόλπους του Οικουμενικού Πατριαρχείου γεγονός το οποίο οδήγησε το 1872, την «Αγία και Μεγάλη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης» να καταδικάσει τον «εθνοφυλετισμό» και να αποκηρύξει ως Σχισματικούς όσους συντάσσονταν με την Εξαρχία. Σύμφωνα με τον «Όρο» της τοπικής Συνόδου του 1872, καταδικάστηκε ο εθνοφυλετισμός ως αίρεση και οι οπαδοί της ως σχισματικοί.
Έπαψαν πλέον οι Βούλγαροι και οι Έλληνες να θεωρούνται ως ορθόδοξοι αδελφοί και αυτό αποτέλεσε την κύρια πτυχή της πρώτης φάσης του Μακεδονικού Ζητήματος4.
Στο άρθρο 10, στηρίχθηκαν στη συνέχεια τα επιχειρήματα του βουλγαρικού στοιχείου της Μακεδονίας, ιδιαίτερα μετά το 1878 και εντάθηκαν οι πιέσεις στους κατοίκους να υπογράψουν αναφορές και να ζητήσουν την υπαγωγή τους στην Εξαρχία5 ενώ εξακολουθούσε να υφίσταται το σχίσμα ανάμεσα στη Βουλγαρική Εξαρχία και το Οικουμενικό Πατριαρχείο6.
Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η εξέταση της απόφασης του 1967, η ερμηνεία του 34ου αποστολικού κανόνα για τους οπαδούς του εθνοφυλετισμού καθώς και η εξέταση της απόφασης του έτους 2022 σχετικά με την παραχώρηση Τόμου αυτοκεφαλίας στην αποκαλούμενη Ορθόδοξη Εκκλησία της «Βορείου Μακεδονίας».
Σύντομη κριτική για την απόφαση του 1967 της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας
Το πρόβλημα της «Μακεδονικής» Εκκλησίας των Σκοπίων έλαβε μια άλλη πορεία από τον Μάρτιο του 1966 και μετά. Τότε η Σύνοδος της Εκκλησίας των Σκοπίων συναντήθηκε με τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο της Σερβικής Εκκλησίας για να εγκριθεί νέο Καταστατικό της «Μακεδονικής» Εκκλησίας παρέχοντας πλήρη ανεξαρτησία7. Κατόπιν νέων επαφών για το θέμα, δεν προέκυψε αποτέλεσμα και η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας, τον Μάιο 1967, απέρριψε το αίτημά της.
Οι ηγέτες της «Μακεδονικής» Εκκλησίας δεν συμμορφώθηκαν με την απόφαση και τον Ιούλιο 1967, μόνοι τους με την συγκατάθεση πολιτικών αρχών, ανεκήρυξαν το αυτοκέφαλο της «Μακεδονικής» Εκκλησίας και με έγγραφό τους υπ’ αριθμ. 141/19-7-1967 ζήτησαν η πράξη αυτή να αναγνωριστεί από τη Σερβική Εκκλησία.
Η Σερβική Εκκλησία, συγκάλεσε έκτακτη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας τον Σεπτέμβριο 1967, με μοναδικό θέμα ημερήσιας διατάξεως το πρόβλημα της ανακηρύξεως του αυτοκέφαλου της, το οποίο προέκυψε από την επέμβαση του γιουγκοσλαβικού κράτους του Τίτο στα εσωτερικά της Σερβικής Εκκλησίας. Είχαν ασκηθεί πολιτικές πιέσεις προς το Σερβικό Πατριαρχείο8.
Η ανακήρυξη της «Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Μακεδονικής Εκκλησίας» από το κομμουνιστικό καθεστώς της Ομόσπονδης Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας στις 18 Ιουλίου 1967, προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους εκκλησιαστικούς και θεολογικούς κύκλους.
Σκοπός της πραξικοπηματικής ίδρυσης της «Αυτοκέφαλης Εκκλησίας» ήταν η συνδρομή της στη σλαβομακεδονική εθνογένεση. Με το αυτοκέφαλο που ζητούνταν επιδιώκονταν από τις πολιτικές αρχές η ενίσχυση της ιδέας της ανύπαρκτης ιστορικώς «Μακεδονικής» εθνότητας όπου δεν είχαν θέση Σέρβοι, Βούλγαροι και Έλληνες.
Τον Σεπτέμβριο του 1967 η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, σε έκτακτη συνεδρίασή της, αποκήρυξε τη «Μακεδονική Εκκλησία» και τη χαρακτήρισε αντικανονική και άθεσμη. Επισκεπτόμενος τα Πατριαρχεία Σερβίας και Ρουμανίας τον Οκτώβριο του 1967, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Αθηναγόρας συζήτησε με τον Πατριάρχη Σερβίας Γερμανό και Ρουμανίας Ιουστινιανό κυρίως την πραξικοπηματική ανακήρυξη του Αυτοκέφαλου της «Μακεδονικής Ορθοδόξου Εκκλησίας». Ο ορθόδοξος τύπος δεν αναγνώρισε την «Αυτοκέφαλη Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία». Είναι μια σχισματική εκκλησία, διότι αποσχίστηκε με πολιτική πράξη από το Σερβικό Πατριαρχείο, εντός του οποίου είχε ένα καθεστώς ευρύτατης αυτονομίας από το 1958 και αυτοανακηρύχθηκε «Αυτοκέφαλη» κατά παράβαση των ιερών εκκλησιαστικών κανόνων9.
Η απόφαση ανακηρύξεως της αυτοκεφαλίας του 1967 είναι αντίθετη με το πνεύμα των κανόνων και η «Μακεδονική» εκκλησία είναι σχισματική θρησκευτική οργάνωση, αποκομμένη από τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες. Μπορούσε όμως να συνεχίσει να ικανοποιεί τις θρησκευτικές ανάγκες του χριστεπωνύμου πληρώματος.
Η εκκλησιαστικολαική συνέλευση της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας, η οποία ανακήρυξε το αυτοκέφαλο, πραγματοποίησε μια αντικανονική πράξη γιατί δεν ήταν αρμόδιο ενώ δεν προβλεπόταν στο Καταστατικό της.
Ο ισχυρισμός ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία της Μακεδονίας υπό το όνομα της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος ήταν αυτοκέφαλη για 800 έτη είναι αναληθής γιατί ουδέποτε υπήρξε αυτοκέφαλη από την εποχή ακόμα του Βυζαντίου.
Επίσης δεν είναι δυνατή η σύγκριση μεταξύ της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας και της Αρχιεπισκοπής Αχρίδος, την οποία ισχυρίστηκαν γιατί η Αρχιεπισκοπή Αχρίδος δεν είχε από εθνικής απόψεως καθαρώς «μακεδονικό χαρακτήρα», ούτε και καλούνταν «μακεδονική».
Επιπλέον, η Ιερά Αρχιερατική Σύνοδος της «Μακεδονίας», λανθασμένα ζητούσε την αυτοκεφαλία στηριζόμενη στο γεγονός ότι η Σοσιαλιστική Δημοκρατία της «Μακεδονίας» ήταν ομόσπονδο τμήμα κράτους με περιορισμένες δικαιοδοσίες ενώ ως Εκκλησία δεν υπήρξε ώριμη ώστε να οδηγεί σε αυτοκέφαλη Εκκλησία, το οποίο αποδεικνύεται από το 1958 με πράξεις και ενέργειες. Η «Μακεδονική Εκκλησία» δεν διέθετε επισκόπους ούτε για δίκη επισκόπου.
Συμπληρωματικά, το έγγραφο της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της «Μακεδονίας» ανέφερε ως αριθμό συμμετεχόντων 334, όπου μεταξύ αυτών δεν υπήρχαν μόνο ιερείς αλλά και ιερομόναχοι, μοναχοί, μοναχές και μονάζοντες. Οι μοναχοί και οι μοναχές δεν αποτελούν μέρος του κλήρου και δεν εντάσσονται στη κατηγορία των κληρικών ενώ ο αριθμός τους είναι άγνωστος. Ο αριθμός των εκκλησιαστικών κοινοτήτων που αναφέρει η «Μακεδονική» Εκκλησία καταδεικνύει ότι η πλειονότητα αυτών είναι χωρίς ιερέα γεγονός που δείχνει και πρόβλημα έμψυχου υλικού.
Έχει επίσης προβλήματα Επισκόπων και συγκεκριμένα ενώ φαίνεται ότι έχει τρεις επισκόπους συμπεριλαμβανομένου του Μητροπολίτη, ο αριθμός αυτός δεν επαρκεί ούτε για εκλογή νέου επισκόπου, ούτε για δίκη επισκόπου, όπως προαναφέρθηκε. Ο ελάχιστος αριθμός για εκλογή επισκόπου είναι τρεις επίσκοποι, εκτός του Μητροπολίτη. Αυτό υποδεικνύουν ο 13ος και 14ος κανών της Συνόδου της Καρθαγένης.
Τέλος, ο αντικανονικός τρόπος ενέργειας της Ιεράς Συνόδου της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας και ο αγώνας της κατά της Σερβικής Εκκλησίας, δεν διαφυλάσσει την ενότητα. Ενώ η ανάμιξη της πολιτικής εξουσίας, η οποία πραγματοποιήθηκε στην ανακήρυξη της αυτοκεφαλίας, απαγορεύεται και οδηγεί σε τιμωρία του επισκόπου σύμφωνα με τον 30ο Αποστολικό Κανόνα και τον 3ο κανόνα της Ζ’ Οικουμενικής Συνόδου.
Λαμβάνοντας υπόψη όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, η απόφαση ανακήρυξης της αυτοκεφαλίας της «Μακεδονικής» Ορθόδοξης Εκκλησίας το 1967 δεν ευσταθούσε και αποτελούσε πλέον μια σχισματική και αποκομμένη από τις υπόλοιπες Εκκλησίες.
Έκτοτε η συγκεκριμένη εκκλησία δεν γινόταν δεκτή σε διορθόδοξους ή διαχριστιανικούς οργανισμούς, όπως διαβεβαίωνε ο Πατριάρχης Σερβίας Γερμανός, δηλώνοντας τον Σεπτέμβριο του 1968 σε συνέντευξή του προς τη θρησκευτική εφημερίδα «Pravoslavna» ότι με τις αποφάσεις της Εκκλησίας της Σερβίας, για την κήρυξη της «Μακεδονικής» Ορθόδοξης Εκκλησίας ως σχισματικής, «συνεφώνησαν όλαι αι ορθόδοξοι αυτοκέφαλοι Εκκλησίαι»10.
Η σχισματική Εκκλησία των Σκοπίων βλέποντας ότι δεν αναγνωρίζεται από την Ορθόδοξη Εκκλησία, στράφηκε κυρίως για λόγους αντιπερισπασμού ή εκφοβισμού προς το Βατικανό, όπου έμμεσα αναζητούσε αναγνώριση πνευματική και εκκλησιαστική11.
Μπορεί να υποστηριχθεί ότι το Μακεδονικό Ζήτημα εκκλησιαστικώς δεν είναι εθνικό θέμα της Ελλάδας ούτε της πρώην Γιουγκοσλαβίας αλλά διορθόδοξο ζήτημα το οποίο ανάγεται στην αρμοδιότητα του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης12.
Ο 34ος Αποστολικός Κανόνας σύμφωνα με τους οπαδούς του εθνοφυλετισμού
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του 1872 απόδειξε ότι το κριτήριο του «φυλετισμού» απουσιάζει από το κανονικό δίκαιο εστιάζοντας σε συγκεκριμένους δώδεκα ιερούς κανόνες. Κατέδειξε ότι το εδαφικό κριτήριο και όχι το «φυλετικό» προσδιορίζει τη σύσταση της Εκκλησίας13. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον 34ο Αποστολικό κανόνα, ορίζεται:
«*Τούς ἐπισκόπους ἑκάστου ἔθνους εἰδέναι χρή τόν ἐν αὐτοῖς πρῶτον, καί ἡγεῖσθαι αὐτόν ὡς κεφαλήν, καί μηδέν τι πράττειν περιττόν ἄνευ τῆς ἐκείνου γνώμης … Ἀλλά μηδέ ἐκεῖνος ἄνευ τῆς πάντων γνώμης ποιείτω τι. Οὕτω γάρ ὁμόνοια ἔσται, καί δοξασθήσεται ὁ Θεό *ς»
Δηλαδή, οι Επίσκοποι κάθε Επαρχίας πρέπει να γνωρίζουν αυτόν που είναι πρώτος ανάμεσά τους (τον Επίσκοπο της Μητρόπολης που προΐσταται), να θεωρούν αυτόν ως κεφαλή (να προηγείται στην τιμή) και να μην κάνουν τίποτα χωρίς τη γνώμη του. Αλλά ούτε και εκείνος πρέπει να κάνει κάτι χωρίς τη γνώμη όλων των άλλων. Ο κάθε Επίσκοπος κάνει μόνο εκείνα, που ο πρώτος ανάμεσά τους (ο Επίσκοπος της Μητρόπολης) θα του υποδείξει για την εκκλησιαστική του Επαρχία και τις περιοχές και πόλεις που ανήκουν σε αυτήν.
Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος του 1872 τόσο με τον 34ο Αποστολικό κανόνα όσο και με τον 9ο κανόνα της συνόδου της Αντιόχειας, κατέδειξε ότι η έννοια του «έθνους» διατυπώνεται με τη σημασία της διοικητικής περιφέρειας της Επαρχίας και αναφέρεται σε Επισκόπους τοπικών και όχι εθνικών Εκκλησιών.
Οι οπαδοί του εθνοφυλετισμού ερμηνεύουν την λέξη έθνος με την έννοια της φυλής. Σύμφωνα με το λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, «φυλή» είναι κατηγορία ανθρώπων η οποία μοιράζεται κοινά φυσικά χαρακτηριστικά, όπως το χρώμα του δέρματος ή των μαλλιών. Είναι επίσης πληθυσμός ο οποίος διαφοροποιείται από άλλους του ίδιου είδους ως προς τη συχνότητα των κληρονομικών χαρακτηριστικών και συνήθως είναι γεωγραφικά απομονωμένος14. Το «έθνος» είναι συλλογική οντότητα που χαρακτηρίζεται από ιστορική, κοινωνική, πολιτισμική και συνήθως πολιτική ενότητα15.
Βάσει του 34ου Αποστολικού κανόνα νοείται ότι μπορεί κάθε κράτος να έχει τη δική του αυτοκέφαλη Εκκλησία (Σύνοδο). Σ’ αυτήν τη σκέψη δίνει αφορμή και βάση και η έκφραση του κανόνα «ἡγεῖσθε αὐτόν ὡς κεφαλήν». Εφ’ όσον σ’ ένα έθνος-κράτος θεωρείται ο πρώτος (π.χ. ο Αρχιεπίσκοπος) ως κεφαλή νοείται ότι η Εκκλησία αυτή είναι αυτοκέφαλη, ή έστω μπορεί ή πρέπει να είναι αυτοκέφαλη.16
Όμως οι οπαδοί του εθνοφυλετισμού, με τον τρόπο που ερμηνεύουν τον 34ο Αποστολικό Κανόνα, αρνούνται τον οικουμενικό χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης, προβάλλοντας τη θρησκευτική ζωή διαφόρων κοινωνικών ομάδων17. Οι οπαδοί του εθνοφυλετισμού, επιδιώκουν μέσω της θρησκευτικής παρουσίας του να πετύχουν τη διάσπαση της ενότητας της Εκκλησίας18.
Στρέφονται εναντίον των πανανθρώπινων αξιών – όπως η αγάπη για την πατρίδα, η αλληλεγγύη προς τον πάσχοντα κ.λπ. – μετασχηματίζοντάς τες σε εθνικιστικό πάθος το οποίο βάλλει κατά της συνοχής και της συνύπαρξης των κοινωνικών υποκειμένων. Δεν θεωρεί λύση την κοινωνική συμβίωση, όπως μπορεί αυτή να αναπτυχθεί, αλλά θέλει να προβάλλει το διαχωρισμό19.
Η διασύνδεση του έθνους με τη φυλή που επιχειρούσαν αποδείκνυε ότι στη βάση των τοπικών εθνικισμών της Βαλκανικής υπήρχε η πρόταξη της υπεροχής της μιας φυλής έναντι της άλλης20.
Αυτό το διέκρινε το Πατριαρχείο και το επισήμανε. Η Εκκλησία όμως δεν μπορεί να υποκαταστήσει το καθ’ εαυτό κριτήριό της (εκκλησιαστικό) με οποιοδήποτε άλλο (εθνικό, φυλετικό) και ιδίως να ταυτίσει τη μαρτυρία της στο κόσμο, αποδεχόμενη την διάκριση, την αίρεση, το σχίσμα ως κανονική πραγματικότητα21.
Σύντομη κριτική για την απόφαση παραχώρησης Τόμου αυτοκεφαλίας
Αυτοκέφαλο είναι το δικαίωμα μιας εκκλησιαστικής περιφέρειας δηλαδή μιας ομάδας τοπικών εκκλησιών, να εκλέγουν τους Επισκόπους τους και τον πρόεδρο της συνόδου. Καθορίζεται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, με Πατριαρχικό και Συνοδικό Τόμο σε μια εκκλησιαστική περιφέρεια της δικαιοδοσίας του.
Η απόφαση για την παραχώρηση Τόμου αυτοκεφαλίας στην εκκλησία της «Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονίας» ελήφθη στις 9 Μαΐου 2022, μετά από τέσσερα ολόκληρα χρόνια διαβουλεύσεων22. Συγκεκριμένα, η «Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου» αποδέχθηκε το ασκηθέν από την σχισματική «Μακεδονική Εκκλησία» έκκλητο και23:
-
Αποφάσισε την άρση του σχίσματος, το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα η «Μακεδονική Εκκλησία» να είναι εκτός των κόλπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
-
Αναγνώρισε την αρμοδιότητα της Ιεράς Συνόδου του Πατριαρχείου Σερβίας για τον καθορισμό του πλαισίου των μεταξύ των διοικητικής φύσεως σχέσεων, τηρουμένων της ιεροκανονικής τάξεως και της εκκλησιαστικής παραδόσεως.
-
Αναγνώρισε ως όνομα της εκκλησιαστικής περιφέρειας το όνομα «Αχρίδος» και ως γεωγραφικά όρια τα αντίστοιχα του γειτονικού κράτους της Δημοκρατίας της Βόρειας Μακεδονίας.
Από την απόφαση του Πατριαρχείου προέκυψε ως η μόνη ασφαλή ιεροκανονική οδός και πράξη προς άρση του σχίσματος24. Με τον τρόπο αυτό το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποσόβησε τον κίνδυνο πιθανής παραβιάσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών, μέσω της προσδόσεως στην επανεντασσόμενη εκκλησιαστική περιφέρεια ονόματος, το οποίο πιθανόν θα περιείχε τους όρους «Μακεδονία» ή «Μακεδονικός» και θα δημιουργούσε άλλα εκκλησιαστικά και πολιτικά προβλήματα25.
Όμως παρότι η επανενταχθείσα στο Πατριαρχείο Σερβίας εκκλησία αποδέχθηκε την επωνυμία Αρχιεπισκοπή Αχρίδος, στη συνέχεια, με τις πράξεις της αμφισβήτησε πλήρως της απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου με κυρίαρχη όλων την αποδοχή ενός «Τόμου» παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος της εκκλησίας, ο οποίος «Τόμος» εκδόθηκε από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Σερβίας και όχι του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Η απόφαση παραχωρήσεως του Τόμου αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Σερβίας είναι ανυπόστατη και δεν επιφέρει κανονικές συνέπειες. Αποκλειστική αρμοδιότητα για την παραχώρηση αυτοκεφάλου καθεστώτος έχει μόνο η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Η πράξη παραχώρησης του Πατριαρχείου Σερβίας είναι αντιποίηση της κανονικής δικαιοδοσίας και αρμοδιότητας της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μόνο το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει αποκλειστική αρμοδιότητα, χωρίς γεωγραφικά όρια, εκτεινόμενη γεωγραφικώς επί όλου του Ορθοδόξου κόσμου. Η αντιποίηση μπορεί να οδηγήσει σε πληθώρα έκδοση αυτοβούλων Τόμων αυτοκεφαλίας, διαιρώντας και διαλύοντας την ενότητα της Ορθόδοξης Εκκλησίας26.
Για την παραχώρηση του αυτοκέφαλου της «Μακεδονικής Εκκλησίας», η θεμελίωση έγινε λανθασμένα στον 34ο Αποστολικό κανόνα, ο οποίος όμως καθορίζει τις εξουσίες των επισκόπων και τα διοικητικά τους καθήκοντα. Επιπλέον, λανθασμένα και για πρώτη φορά, το αυτοκέφαλο χορηγήθηκε όχι μόνο στην τοπική εκκλησία αλλά και προσωπικώς στον Αρχιεπίσκοπο Στέφανο.
Για τη λήψη απόφασης παραχώρησης, θα έπρεπε πρώτα να είχαν επιλυθεί και άλλα τεχνικά και οργανωτικά θέματα, τα οποία βέβαια δεν είχαν τακτοποιηθεί. Επίσης στην απόφαση δεν καθορίστηκε επακριβώς το όνομα της νέας Εκκλησίας αλλά υπονοούνταν ότι δεν θα ο τίτλος της «Αρχιεπισκοπή Οχρίδος», αλλά θα περιλάμβανε και τις λέξεις «Αρχιεπισκοπή Οχρίδος».
Στην απόφαση παραχώρησης δεν καθορίζεται το σύστημα διοικήσεως και η σύνθεση του οργάνου διοικήσεως ενώ επιπροσθέτως δεν καθορίζεται ο τρόπος διοικήσεως της ενότητας μεταξύ της νέας εκκλησίας και των υπολοίπων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών.
Τέλος, το Σερβικό Πατριαρχείο, στην απόφαση παραχώρησης, δεν έθεσε περιορισμό στη κανονική δικαιοδοσία της νέας Εκκλησίας, η οποία επεκτεινόταν λανθασμένα και στη διασπορά. Ουσιαστικά, το Σερβικό Πατριαρχείο αυτοαναιρούνταν ενώ ταυτόχρονα προέβαινε σε αντιποίηση της αρμοδιότητας παραχωρήσεως αυτοκεφάλου καθεστώτος εκδίδοντας Πράξη.
Συμπεράσματα
Το Μακεδονικό Ζήτημα, από εκκλησιαστικής απόψεως, απασχόλησε για μεγάλο χρονικό διάστημα και φαίνεται ότι θα απασχολήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία και στο μέλλον.
Η απόφαση ανακηρύξεως της αυτοκεφαλίας του 1967 ήταν αντίθετη με το πνεύμα των κανόνων και η «Μακεδονική» εκκλησία λειτούργησε ως μια σχισματική θρησκευτική οργάνωση, αποκομμένη από τις άλλες ορθόδοξες εκκλησίες. Η σκόπιμα λανθασμένη ερμηνεία του 34ου Αποστολικού Κανόνα, από τους οπαδούς του εθνοφυλετισμού, όπου διασυνδέεται το έθνος με την φυλή και προβάλλεται η θρησκευτική ζωή των διαφόρων κοινωνικών ομάδων σε αντίθεση με τον οικουμενικό χαρακτήρα της χριστιανικής πίστης, προβάλλοντας τη θρησκευτική ζωή διαφόρων κοινωνικών ομάδων, λειτουργεί διασπαστικά στην ενότητα της Εκκλησίας
Τέλος η απόφαση παραχώρησης Τόμου αυτοκεφαλίας από το Πατριαρχείο Σερβίας στη «Μακεδονική» Εκκλησία αντί να επιλύει το πρόβλημα του σχίσματος, δημιουργεί πρόσθετα προβλήματα γιατί πρόκειται για μια αντικανονική πράξη αντιποίησης αρμοδιότητας, οδηγώντας σε πιθανά νέα αλυτρωτικά ζητήματα.
Βιβλιογραφικές αναφορές
Αγγελοπούλου, Αθ., (1967), Το Αυτοκέφαλον της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας επί τη βάσει των αποφάσεων της εκτάκτου Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ανάτυπο εκ «Δελτίου Σλαβικής Βιβλιογραφίας» αρ.15, Θεσσαλονίκη 1967, Έκδοση Ι.Μ.Χ.Α.
Αγγελόπουλος, Αθ., (1975), Το εκκλησιαστικόν καθεστώς των μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας από του 1913 μέχρι σήμερον, Μακεδονικά, 15 (1), σ.28-44
Αγγελόπουλος, Αθ., (2013), Κράτος Σκοπίων: Η λύση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος -Υπό τον προβολέα του Πολιτικού Ζητήματος, Επιστημονική Επιθεώρηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών - Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, τόμος Δ΄, Πάτρα.
Αγγελόπουλος Αθ., και Λόης, Γ.Ν., (2022), Το Ιεροκανονικό Πρόβλημα της Ορθοδόξου Κοινότητος – Εκκλησίας στο Κράτος της «Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονίας». Η ταραχώδης προιστορία και το ελπιδοφόρο παρόν, σ.19, δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/50549-to-ierokanoniko-provlima-tis-ekklisias-ton-skopion?fbclid=IwAR3WE556X_Gzw9ri7vn5YjZgwlw_BSugOttfS7YPz2Ys0Z_QnmRiUiFcSOk, ανακτήθηκε στις 20/10/2022
Ακαδημία Αθηνών, Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, τόμος 2ος και 7ος, Εκδόσεις ΔΟΛ ΑΕ, Αθήνα.
Ανδρεόπουλος, Χαρ., (2019), Η εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού ζητήματος. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση. Διδακτικό υλικό για το μάθημα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας, Ζητήματα Διδακτικής των Θρησκευτικών, τομ.3, - Πρακτικά 3ου Πανελληνίου Συνεδρίου Θεολόγων: Θρησκευτική Εκπαίδευση: εκπαίδευση για το μέλλον, σελ.26-41.
Βαβούσκος, Αν., (2022), Αρχιεπισκοπή Αχρίδος ή Αρχιεπισκοπή Σκοπίων; , στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/50561-arxiepiskopi-axridos-i-arxiepiskopi-skopion, ανακτήθηκε στις 20/10/2022
Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος, (2018), Το Μακεδονικό Ζήτημα, Εκδόσεις Άλτερ Έγκο ΑΕ, Αθήνα.
Ευαγγέλου, Ηλίας, (2009), Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τον 20ο αιώνα, στο Συλλογικό Τόμο: Ιστορία της Ορθοδοξίας: Οι απαρχές του Χριστιανισμού, τόμος 7ος, Εκδοτικός Οίκος Road.
Ζάικος, Ν., και Μιχαηλίδης, Ι., (2018), Αλφαβητάρι του Μακεδονικού Ζητήματος, Καθημερινές Εκδόσεις ΑΕ, Αθήνα.
Καραμούζης, Π., (2002), Εθνοφυλετισμός και Οικουμενισμός στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η περίπτωση της εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1872, Θρησκειολογία, τεύχος 3, σ.109-122.
Λόης, Γ.Ν., (2007), Ο Πατριάρχης των Σερβών Γερμανός: Βίος – Δράση (1958-1990), Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη.
Μέρτζος, Ν.Ι., (2020), Εμείς οι Μακεδόνες, α’ τόμος, Εκδόσεις Καλοκάθη, Αθήνα.
Μπούμης, Π., Βασικές κανονικές αρχές επιλύσεως του ουκρανικού ζητήματος, στην ιστοσελίδα: https://apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=dikaio&NF=1&main=texts&file=11.htm, ανακτήθηκε στις 15/10/2022
Ντάλντας, Ν., (2001), Η Ορθοδοξία στον 20ο αιώνα, τόμος Α’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα.
Πάτσης, Χ., (2018), Ορθοδοξία και Φυλετικές Διακρίσεις, Πεμπτουσία – Ορθοδοξία, Πολιτισμός, Επιστήμες.
Σφέτας, Σ., (2018), Οι μεταλλάξεις του Μακεδονικού, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα.
Sabev, T., (2005), Πατριαρχείο Βουλγαρίας, στο Συλλογικό τόμο: Ιστορία της Ορθοδοξίας, τόμος 7, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα.
Παραπομπές
-
Sabev, T., (2005), Πατριαρχείο Βουλγαρίας, στο Συλλογικό τόμο: Ιστορία της Ορθοδοξίας, τόμος 7, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα, σ.328 ↩
-
Ζάικος, Ν., και Μιχαηλίδης, Ι., (2018), Αλφαβητάρι του Μακεδονικού Ζητήματος, Καθημερινές Εκδόσεις ΑΕ, Αθήνα, σ.21 ↩
-
Μέρτζος, Ν.Ι., (2020), Εμείς οι Μακεδόνες, α’ τόμος, Εκδόσεις Καλοκάθη, Αθήνα, σ.49 ↩
-
Ζάικος, Ν., και Μιχαηλίδης, Ι., (2018), Αλφαβητάρι του Μακεδονικού Ζητήματος, Καθημερινές Εκδόσεις ΑΕ, Αθήνα, σ.22 ↩
-
Βακαλόπουλος, Κωνσταντίνος, (2018), Το Μακεδονικό Ζήτημα, Εκδόσεις Άλτερ Έγκο ΑΕ, Αθήνα, σ.59 ↩
-
Ευαγγέλου, Ηλίας, (2009), Η Βουλγαρική Ορθόδοξη Εκκλησία κατά τον 20ο αιώνα, στο Συλλογικό Τόμο: Ιστορία της Ορθοδοξίας: Οι απαρχές του Χριστιανισμού, τόμος 7ος, Εκδοτικός Οίκος Road, σ.160-161 ↩
-
Αγγελοπούλου, Αθ., (1967), Το Αυτοκέφαλον της «Μακεδονικής» Ορθοδόξου Εκκλησίας επί τη βάσει των αποφάσεων της εκτάκτου Συνόδου της Ιεραρχίας της Σερβικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, ανάτυπο εκ «Δελτίου Σλαβικής Βιβλιογραφίας» αρ.15, Θεσσαλονίκη 1967, Έκδοση Ι.Μ.Χ.Α., σ.7 ↩
-
Αγγελόπουλος, Αθ., (2013), Κράτος Σκοπίων: «Η λύση του Εκκλησιαστικού Ζητήματος -Υπό τον προβολέα του Πολιτικού Ζητήματος, Επιστημονική Επιθεώρηση του Μεταπτυχιακού Προγράμματος «Σπουδές στην Ορθόδοξη Θεολογία», Σχολή Ανθρωπιστικών Σπουδών - Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου, τόμος Δ΄, Πάτρα, σ.23 ↩
-
Σφέτας, Σ., (2018), Οι μεταλλάξεις του Μακεδονικού, Εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα, σ.106-107 ↩
-
Ανδρεόπουλος, Χαρ., (2019), Η εκκλησιαστική πτυχή του Μακεδονικού ζητήματος. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση. Διδακτικό υλικό για το μάθημα των Θρησκευτικών και της Ιστορίας, Ζητήματα Διδακτικής των Θρησκευτικών, τομ.3, - Πρακτικά 3ου Πανελληνίου Συνεδρίου Θεολόγων: Θρησκευτική Εκπαίδευση: εκπαίδευση για το μέλλον, σ.34 ↩
-
Λόης, Γ.Ν., (2007), Ο Πατριάρχης των Σερβών Γερμανός: Βίος – Δράση (1958-1990), Εκδοτικός Οίκος Αδελφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη, σ.417 ↩
-
Αγγελόπουλος, Αθ., (1975), Το εκκλησιαστικόν καθεστώς των μητροπόλεων της Βορείου Μακεδονίας από του 1913 μέχρι σήμερον, Περιοδικό Μακεδονικά, τόμος 15, σ.43 ↩
-
Ντάλντας, Ν., (2001), Η Ορθοδοξία στον 20ο αιώνα, τόμος Α’, Εκδόσεις ΕΑΠ, Πάτρα, σ.29 ↩
-
Ακαδημία Αθηνών, Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, τόμος 7ος, Εκδόσεις ΔΟΛ ΑΕ, Αθήνα, σ.199 ↩
-
Ακαδημία Αθηνών, Χρηστικό Λεξικό της Νεοελληνικής Γλώσσας, τόμος 2ος, Εκδόσεις ΔΟΛ ΑΕ, Αθήνα, σ.437 ↩
-
Μπούμης, Π., Βασικές κανονικές αρχές επιλύσεως του ουκρανικού ζητήματος, στην ιστοσελίδα: https://apostoliki-diakonia.gr/gr_main/catehism/theologia_zoi/themata.asp?cat=dikaio&NF=1&main=texts&file=11.htm, ανακτήθηκε στις 15/10/2022 ↩
-
Πάτσης, Χ., (2018), Ορθοδοξία και Φυλετικές Διακρίσεις, Πεμπτουσία – Ορθοδοξία, Πολιτισμός, Επιστήμες, σ.10 ↩
-
Πάτσης, Χ., (2018), Ορθοδοξία και Φυλετικές Διακρίσεις, Πεμπτουσία – Ορθοδοξία, Πολιτισμός, Επιστήμες, σ.8 ↩
-
Πάτσης, Χ., (2018), Ορθοδοξία και Φυλετικές Διακρίσεις, Πεμπτουσία – Ορθοδοξία, Πολιτισμός, Επιστήμες, σ.8 ↩
-
Καραμούζης, Π., (2002), Εθνοφυλετισμός και Οικουμενισμός στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Η περίπτωση της εγκυκλίου του Οικουμενικού Πατριαρχείου του 1872, Θρησκειολογία, τεύχος 3, σ.120 ↩
-
Πάτσης, Χ., (2018), Ορθοδοξία και Φυλετικές Διακρίσεις, Πεμπτουσία – Ορθοδοξία, Πολιτισμός, Επιστήμες, σ.11 ↩
-
Αγγελόπουλος Αθ., και Λόης, Γ.Ν., (2022), Το Ιεροκανονικό Πρόβλημα της Ορθοδόξου Κοινότητος – Εκκλησίας στο Κράτος της «Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονίας». Η ταραχώδης προιστορία και το ελπιδοφόρο παρόν, σ.20, δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/50549-to-ierokanoniko-provlima-tis-ekklisias-ton-skopion?fbclid=IwAR3WE556X_Gzw9ri7vn5YjZgwlw_BSugOttfS7YPz2Ys0Z_QnmRiUiFcSOk, ανακτήθηκε στις 20/10/2022 ↩
-
Βαβούσκος, Αν., (2022), Αρχιεπισκοπή Αχρίδος ή Αρχιεπισκοπή Σκοπίων; , στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/50561-arxiepiskopi-axridos-i-arxiepiskopi-skopion, ανακτήθηκε στις 20/10/2022 ↩
-
Αγγελόπουλος Αθ., και Λόης, Γ.Ν., (2022), Το Ιεροκανονικό Πρόβλημα της Ορθοδόξου Κοινότητος – Εκκλησίας στο Κράτος της «Δημοκρατίας της Βορείου Μακεδονίας». Η ταραχώδης προιστορία και το ελπιδοφόρο παρόν, σ.19, δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/katigories/10-apopseis/50549-to-ierokanoniko-provlima-tis-ekklisias-ton-skopion?fbclid=IwAR3WE556X_Gzw9ri7vn5YjZgwlw_BSugOttfS7YPz2Ys0Z_QnmRiUiFcSOk, ανακτήθηκε στις 20/10/2022 ↩
-
Βαβούσκος, Αν., (2022), Αρχιεπισκοπή Αχρίδος ή Αρχιεπισκοπή Σκοπίων; , στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/50561-arxiepiskopi-axridos-i-arxiepiskopi-skopion, ανακτήθηκε στις 20/10/2022 ↩
-
Βαβούσκος, Αν., (2022), Αρχιεπισκοπή Αχρίδος ή Αρχιεπισκοπή Σκοπίων; , στην ιστοσελίδα: https://www.romfea.gr/epikairotita-xronika/50561-arxiepiskopi-axridos-i-arxiepiskopi-skopion, ανακτήθηκε στις 20/10/2022 (και οι πιο κάτω παράγραφοι της Ενότητας 4, στηρίζονται στην ίδια πηγή) ↩