Η Παλαιά και η Καινή Διαθήκη συνιστούν για την ορθόδοξη παράδοση μια ενιαία οικονομία του Θεού στην ιστορία. Δεν πρόκειται για δύο αντίπαλες θρησκείες ή για ένα παλαιό βιβλίο που η Καινή Διαθήκη ήρθε να ακυρώσει. Είναι δύο στάδια της ίδιας αποκαλύψεως, με τον Χριστό ως κέντρο και ερμηνευτικό κλειδί.
Η μαρκιωνιτική απόρριψη και η απάντηση της Εκκλησίας
Στον 2ο αιώνα ο Μαρκίων προσπάθησε να απορρίψει εντελώς την Παλαιά Διαθήκη, υποστηρίζοντας ότι ο Θεός των Εβραίων ήταν διαφορετικός από τον Πατέρα του Χριστού. Η Εκκλησία αντέδρασε σθεναρά: δεν υπάρχουν δύο θεοί, δεν υπάρχουν δύο αποκαλύψεις. Ο Θεός της Παλαιάς Διαθήκης είναι ο ίδιος Θεός που στέλνει τον Υιό του στην Καινή. Έτσι, η Παλαιά Διαθήκη παραμένει ιερή Γραφή της Εκκλησίας, διαβάζεται στις λατρευτικές ακολουθίες και ερμηνεύεται χριστολογικά.
Τυπολογική ερμηνεία
Ο πατερικός τρόπος αναγνώσεως της Παλαιάς Διαθήκης είναι κατεξοχήν τυπολογικός. Πρόσωπα, γεγονότα και θεσμοί της Παλαιάς προτυπώνουν αυτά που θα φανερωθούν πλήρως στην Καινή. Ο Αδάμ είναι τύπος του Χριστού· η Εύα τύπος της Θεοτόκου· η Κιβωτός τύπος της Εκκλησίας· το πέρασμα της Ερυθράς Θαλάσσης τύπος του Βαπτίσματος· το μάννα τύπος της Ευχαριστίας.
Η τυπολογία δεν ακυρώνει την ιστορική πραγματικότητα της Παλαιάς Διαθήκης. Τα γεγονότα συνέβησαν, τα πρόσωπα έζησαν. Όμως η Εκκλησία βλέπει σε αυτά μια προφητική διάσταση: ο Θεός μιλούσε ήδη με σχήματα και συμβολισμούς που θα αποκτούσαν την πληρότητά τους στον Χριστό.
Νόμος και Χάρη
Η Καινή Διαθήκη δεν καταργεί τον νόμο της Παλαιάς αλλά τον πληροί. Η ηθική επιταγή των δέκα εντολών δεν εξαφανίζεται· εμβαθύνεται στους μακαρισμούς. Η λατρεία του Ναού δεν συνεχίζεται με ζώα και θυμιάματα, αλλά εκπληρώνεται στη μία θυσία του Χριστού και τη Θεία Ευχαριστία. Έτσι, η Παλαιά Διαθήκη φωτίζει την Καινή και η Καινή ολοκληρώνει την Παλαιά.
Στους Πατέρες, και ιδιαιτέρως στον Χρυσόστομο, ο πιστός καλείται να διαβάζει την Παλαιά Διαθήκη όχι ως μουσειακό κείμενο, αλλά ως ζωντανό λόγο που τον προετοιμάζει να αναγνωρίσει τον Χριστό σε κάθε σελίδα της.