Η σωτηρία στην ορθόδοξη παράδοση δεν είναι πρωτίστως νομική κατάσταση. Δεν συνίσταται απλώς στη συγχώρηση μιας ποινής ούτε στη μεταβίβαση μιας δικαιοσύνης από τον Χριστό στον πιστό. Είναι οντολογική μεταμόρφωση: ο άνθρωπος, χωρισμένος από τον Θεό, ενώνεται ξανά μαζί του και αρχίζει να γίνεται ό,τι ο Θεός τον προόρισε να είναι.

Η νεώτερη δικανική σχηματοποίηση

Στη μεσαιωνική και κατόπιν στην προτεσταντική παράδοση κυριάρχησε ένα νομικό σχήμα: ο άνθρωπος έχει διαπράξει αμαρτία, οφείλει ποινή, ο Χριστός εκτίει την ποινή στη θέση του, και έτσι η οργή του Θεού ικανοποιείται. Σε ορισμένες ακραίες εκδοχές αυτό φτάνει στη θέση ότι η σωτηρία είναι αποκλειστικά καταλογισμός: ο άνθρωπος μένει αμαρτωλός, αλλά λογίζεται δίκαιος για χάρη του Χριστού.

Η ορθόδοξη παράδοση δεν αρνείται όλες τις βιβλικές δικανικές εικόνες. Η Γραφή χρησιμοποιεί λεξιλόγιο δικαιοσύνης, καταλλαγής, ικανοποιήσεως. Όμως δεν δέχεται την εξαντλητική περιγραφή της σωτηρίας ως απλής νομικής πράξεως. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο νομική αμνηστία· χρειάζεται θεραπεία.

Η οντολογική προοπτική

Στους Πατέρες — από τον Ειρηναίο της Λυώνος έως τον Αθανάσιο, τους Καππαδόκες και τον Μάξιμο — η σωτηρία είναι ανάκληση της ανθρώπινης φύσεως στην αρχική της προοπτική. Η αμαρτία δεν είναι μόνο νομική παράβαση, είναι ασθένεια· χωρίζει τον άνθρωπο από την πηγή της ζωής και τον οδηγεί στον θάνατο. Ο Θεός, σαρκούμενος, αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση, την υγιάζει από μέσα και ανοίγει τον δρόμο της θεώσεως.

Έτσι, η σωτηρία δεν είναι απλώς συγχώρηση. Είναι η ανάβαση του ανθρώπου σε νέα ποιότητα υπάρξεως. Ο πιστός γίνεται «κατά χάριν» αυτό που ο Χριστός είναι «κατά φύσιν»: υιός του Θεού, μέτοχος της θείας ζωής.

Η Εκκλησία ως ιατρείο

Από αυτή την οπτική, η Εκκλησία δεν είναι δικαστήριο όπου εκδίδεται μια οριστική απόφαση αθωώσεως. Είναι ιατρείο. Τα μυστήρια — βάπτισμα, ευχαριστία, εξομολόγηση — είναι θεραπευτικές πράξεις, όχι νομικές διαδικασίες. Ο άνθρωπος έρχεται στην Εκκλησία όχι για να κερδίσει μια δίκη, αλλά για να γίνει υγιής και να μεταμορφωθεί.