Το πρόβλημα του κακού — γιατί ένας αγαθός και παντοδύναμος Θεός επιτρέπει τον πόνο, την αδικία, τον θάνατο — έχει απασχολήσει ανθρώπους σε κάθε εποχή. Η ορθόδοξη παράδοση δεν φιλοδοξεί να δώσει μια διανοητική «λύση» του ζητήματος, όπως μια εξίσωση που να εξαντλεί το μυστήριο. Προσφέρει όμως έναν συγκροτημένο τρόπο σκέψεως που σέβεται τόσο τη βιβλική αποκάλυψη όσο και τον πραγματικό πόνο της ιστορίας.
Το κακό δεν έχει ουσία
Πρώτο θεμέλιο: το κακό δεν είναι ένα ξεχωριστό «πράγμα». Δεν είναι ουσία, δεν είναι κτίσμα του Θεού, δεν αντιπαλεύει τον Θεό σε ίσους όρους. Είναι στέρηση — απουσία του αγαθού, παράχρηση μιας ελευθερίας που δόθηκε για το καλό. Αυτή η θέση, που τη βρίσκουμε από τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη και τον Μάξιμο τον Ομολογητή, διαλύει εξαρχής κάθε δυϊστική κοσμοθέαση. Δεν υπάρχει δύναμη ίση και αντίθετη του Θεού.
Έτσι, ο Θεός δεν δημιούργησε το κακό. Δημιούργησε ελεύθερα όντα — αγγέλους και ανθρώπους — και η ελευθερία τους περιλαμβάνει και τη δυνατότητα της άρνησης. Όταν αυτή η δυνατότητα ενεργοποιείται, παράγει το κακό.
Η ελευθερία ως όρος αγάπης
Ο Θεός θέλει την αγάπη του ανθρώπου. Όμως η αγάπη που εξαναγκάζεται δεν είναι αγάπη. Έτσι, ο όρος για να μπορέσει ο άνθρωπος να αγαπήσει αληθινά είναι η ελευθερία — και η ελευθερία προϋποθέτει το ενδεχόμενο της κακής χρήσεως. Ο πόνος που γεννούν οι κακές επιλογές μας δεν είναι ούτε εκδίκηση του Θεού ούτε αδιαφορία· είναι το βαρύ τίμημα της ίδιας μας της δυνατότητας να αγαπήσουμε ή να αρνηθούμε.
Ο Σταυρός ως απάντηση
Η τελική απάντηση της ορθόδοξης παραδόσεως δεν είναι θεωρητική, αλλά σταυρική. Ο Θεός δεν μένει εξωτερικός παρατηρητής του ανθρώπινου πόνου. Ο Λόγος σαρκώνεται, υφίσταται την αδικία, υπομένει τον θάνατο. Έτσι, ο Θεός δεν εξηγεί το κακό — το αναλαμβάνει. Και το νικά εκ των έσω, ανοίγοντας τον δρόμο της Αναστάσεως. Η ορθόδοξη θεοδικία τελειώνει σε λειτουργία και ελπίδα, όχι σε σύστημα.